businewss.gr

«Σνομπάρουν» τη βιομηχανία οι Έλληνες και προτιμούν να εργαστούν σε εμπόριο, τουρισμό – Στα 1.128,97€ ο μέσος μισθός

Από τη Αγγελική Μαρίνου Οι αυξανόμενες ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό δυσχεραίνουν ιδιαίτερα την μετάβαση της βιομηχανίας προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ και ο κλάδος της υψηλής τεχνολογίας δεν καταφέρνει να προσελκύσει τους εργαζόμενους που απαιτούνται, παρά τους υψηλούς μισθούς που προσφέρονται. Η ελληνική οικονομία καταγράφει ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις όσον αφορά το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται σε δυναμικούς κλάδους, καθώς η πλειοψηφία τους προτιμά να δουλεύει στο λιανεμπόριο, τον τουρισμό και την εστίαση, παρά στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Σύμφωνα με την ενδιάμεση Έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση, το ποσοστό των εργαζομένων στον βιομηχανικό τομέα ανήλθε στο 12,1%, με τη χώρα μας να κατατάσσεται στην 22η θέση μεταξύ των 25 υπό εξέταση οικονομιών. Αντίστοιχα, το ποσοστό των ατόμων που απασχολούνται σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας διαμορφώθηκε στο 3,4%, ποσοστό που αποτελεί τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση στο σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, στη βιομηχανία εργάζονταν το 2024 περίπου 327.452 εργαζόμενοι, στις κατασκευές 145.980 άτομα, ενώ οι μεγαλύτεροι εργοδότες αναδεικνύονται το εμπόριο με 549.231 άτομα και η εστίαση με τα ξενοδοχεία με 420.207 άτομα. Εύθραυστη η κατάσταση στην αγορά εργασίαςΜετά την πανδημία παρατηρείται μια δυναμική ανακατανομή των θέσεων εργασίας στη χώρα μας, προς όφελος του τριτογενούς τομέα. Όπως διαπιστώνει το Ινστιτούτο της ΓΣΕΕ, η βελτίωση που παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια τα βασικά ποσοτικά μεγέθη της αγοράς εργασίας συνεχίζεται και το 2024. Ωστόσο, αν και η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στη μερική αντιστάθμιση των σημαντικών απωλειών που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι στη χώρα μας όσον αφορά το βιοτικό τους επίπεδο – εξαιτίας της οικονομικής και της πληθωριστικής κρίσης- η κατάσταση στην αγορά εργασίας παραμένει εύθραυστη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε σύγκριση με το γ΄ τρίμηνο του 2009, το γ΄ τρίμηνο του 2024 το μερίδιο των θέσεων εργασίας στον δευτερογενή τομέα παραγωγής στον συνολικό όγκο της απασχόλησης ήταν χαμηλότερο κατά 4,7 ποσοστιαίες μονάδες (από 21,4% το γ΄ τρίμηνο του 2009 σε 16,7% το γ΄ τρίμηνο του 2024), ενώ στον πρωτογενή τομέα κατά μία ποσοστιαία μονάδα (από 11,2% σε 10,2%). Αντίθετα, το μερίδιο των θέσεων απασχόλησης στους κλάδους του τομέα των υπηρεσιών ενισχύθηκε από 67,4% το γ΄ τρίμηνο του 2009 σε 73,1% το γ΄ τρίμηνο του 2024. «Οι συμβατικοί δείκτες της απέχουν ακόμη σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ταυτόχρονα, σε μια εποχή στην οποία η προαγωγή της ποιοτικής, παραγωγικής και υψηλής ειδίκευσης απασχόλησης αποτελεί βασικό συστατικό της νέας βιομηχανικής πολιτικής πολλών κρατών, η κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης στη χώρα μας φαίνεται να αντικατοπτρίζει ευρύτερους μετασχηματισμούς του παραγωγικού της συστήματος, οι οποίοι, σε συνδυασμό με την ευελικτοποίηση των εργασιακών σχέσεων, δημιουργούν σοβαρά ερωτηματικά για τον βαθμό ανθεκτικότητας τηςαγοράς εργασίας και τη διατηρήσιμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων» επισημαίνει η Έκθεση. Στα 1128,97 ευρώ ο μέσος μισθόςΚαθώς η στενότητα στην ελληνική αγορά εργασίας προσεγγίζει ιστορικώς υψηλά επίπεδα και η διαθεσιμότητα εργαζομένων σε κλάδους αιχμής είναι διαρκώς μειούμενη, οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα τραβούν την ανηφόρα. Ο μέσος μισθός στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 2024 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) διαμορφώθηκε στα 1.128,97 ευρώ (μεικτά), αυξημένος κατά 71 ευρώ από τον αντίστοιχο μισθό του Απριλίου του 2023 (1057,37 ευρώ). Πλέον απέχει 372 ευρώ (μεικτά) από τον πήχη των 1.500 ευρώ (μέσο μισθό του 2027) που έχει θέσει ως στόχο η κυβέρνηση για το τέλος της τετραετίας. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, απαιτείται μια σωρευτική αύξηση 124 ευρώ ανά έτος (104€ καθαρά) κατά την 3ετία που μεσολαβεί (2025 – 2027). «Τα μηνύματα για τη μισθολογική πορεία στη χώρα μας είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά και όλα δείχνουν ότι ο μέσος μισθός το 2027 μπορεί να ξεπεράσει και τα 1.500 ευρώ», όπως δήλωσε πρόσφατα η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, εκφράζοντας την πεποίθησή της πως η άνοδος των μισθών θα συνεχιστεί. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 4,9% το 2022, κατά 5,3% το 2023, κατά 5,9% το 2024 και η πρόβλεψη για το 2025 είναι ότι θα αυξηθούν κατά 5,6%. Πάντως σύμφωνα με την επεξεργασία των «Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων» (Α.Π.Δ.) που υποβλήθηκαν τον Απρίλιο στον ΕΦΚΑ, προέκυψε πως ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στο σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας ανήλθε στα 1.325€ (μεικτά). Στα 505,70€ έφτασε ο μέσος μισθός για τους part time εργαζόμενους. Πηγή: insider.gr

Οι μεγαλύτερες εταιρείες λιανικής – Ολη η Ελλάδα «φοράει» αθλητικά

ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ Οι εποχές που τα αθλητικά είδη απευθύνονταν μόνο σε παιδιά και οι ενήλικοι είχαν ένα ζευγάρι –και ίσως ούτε κι αυτό– για να το φοράνε σε καμιά εκδρομή προκειμένου να περπατούν πιο άνετα έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Οπως επίσης και οι εποχές που οι φόρμες, τα φούτερ και εν γένει τα πιο «ανεπίσημα», casual ρούχα δεν αποτελούσαν ποτέ μέρος της γκαρνταρόμπας για τη δουλειά. Τα τελευταία χρόνια –και ειδικά μετά την πανδημία της COVID-19– η αγορά των αθλητικών ειδών και του αθλητικού εξοπλισμού –από ρούχα και παπούτσια μέχρι εφαρμογές και «έξυπνες» συσκευές για μέτρηση βημάτων αλλά και παρακολούθηση δεικτών υγείας, καθώς και συμπληρώματα διατροφής/βιταμίνες– ακολουθεί πολύ ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ας σημειωθεί ότι η COVID-19 επηρέασε θετικά την αγορά αθλητικών ειδών για διάφορους λόγους: πρώτον, ο υποχρεωτικός «εγκλεισμός» στο σπίτι σήμαινε απλό και άνετο ντύσιμο. Δεύτερον, το περπάτημα, το τρέξιμο, η ποδηλασία ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα σχεδόν οι μοναδικές επιλογές διασκέδασης εκτός σπιτιού. Τρίτον, η επιστροφή στους φυσικούς χώρους εργασίας και εκπαίδευσης δεν συνοδεύθηκε από την επιστροφή στην προ COVID εποχή σε ό,τι αφορά το ντύσιμο, καθώς πλέον επιλέγεται σε μεγάλο βαθμό το λεγόμενο casual στυλ. Οι παραπάνω τάσεις άλλαξαν και το προϊοντικό μείγμα στα καταστήματα ένδυσης: έτσι, στα καταστήματα αθλητικών ειδών διατίθενται σε μεγάλο βαθμό είδη ένδυσης και υπόδησης που δεν είναι για άθληση, αλλά για να υπηρετήσουν το λεγόμενο athleisure (από τη σύνθεση των λέξεων athletic και leisure), και στα καταστήματα ένδυσης διατίθενται, έστω και περιορισμένα, σειρές αθλητικών ειδών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στη δεύτερη περίπτωση είναι ο ισπανικός όμιλος Inditex, o οποίος σε περιορισμένο αριθμό καταστημάτων ZARA έχει τμήμα αθλητικής ένδυσης, ενώ τα καταστήματα υπό το σήμα Oysho, που ξεκίνησαν ως καταστήματα πώλησης εσωρούχων, εδώ και λίγα χρόνια έχουν σχεδόν αποκλειστικά είδη άθλησης για γυναίκες. Πρόκειται για μια αγορά που στην Ελλάδα, ενώ το 2021 υπολογιζόταν σε περίπου μισό δισ. ευρώ, προσεγγίζει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις στελεχών του κλάδου, το 1 δισ. ευρώ. «Ο ρυθμός ανάπτυξης της αγοράς αθλητικών ειδών είναι στην Ελλάδα 10%, όταν στην Ευρώπη είναι 3%-5%», επισημαίνει ο κ. Μιχάλης Τσικνάκης, διευθύνων σύμβουλος της Cosmos Sport, μιας εκ των κορυφαίων αλυσίδων λιανικής πώλησης αθλητικών ειδών αυτή τη στιγμή στη χώρα και εταιρεία που από το 2021 ανήκει στον βρετανικό κολοσσό JD Sports. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής αγοράς, μια αγορά λιγότερο ώριμη σε σύγκριση με αυτές της Δυτικής Ευρώπης, αποτελούν βασικό κίνητρο για την επένδυση ξένων αλυσίδων στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Η JD Sports έκανε το μεγάλο βήμα το 2021 εξαγοράζοντας το 80% της Cosmos Sport, μιας αλυσίδας που είχε ξεκινήσει από τη Χερσόνησο της Κρήτης το 1982 και πλέον έχει αναλάβει την ανάπτυξη της JD Sports όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο. Το 2023 ο κύκλος εργασιών της Cosmos Sport ήταν 144 εκατ. ευρώ (αφορά μόνο τη δραστηριότητα στην Ελλάδα), από 81,89 εκατ. ευρώ το 2021, όταν εξαγοράστηκε από τους Βρετανούς. Στόχος της εταιρείας είναι η ανάπτυξη περίπου 10 καταστημάτων ετησίως την επόμενη πενταετία, με την έμφαση να δίνεται στις περιοχές με πολύ νεανικό πληθυσμό και στις λεγόμενες «λαϊκές συνοικίες». Αλλωστε οι Βρετανοί φέρεται να ενθουσιάστηκαν όταν επισκέφθηκαν το Περιστέρι, θεωρώντας την περιοχή ιδανική για τη δραστηριότητά τους, ενώ αντιθέτως… έφυγαν τρέχοντας από γνωστό για τις πολυτελείς μάρκες εμπορικό κέντρο. Οι διεθνείς αλυσίδες, βεβαίως, έχουν παρουσία εδώ και χρόνια στην Ελλάδα μέσω του ομίλου Φουρλή, ο οποίος αναπτύσσει το σήμα Intersport, μέχρι πρόσφατα το σήμα The Athlete’s Foot και εδώ και μερικούς μήνες το σήμα The Foot Locker. H επιλογή της εξειδικευμένης στα sneakers αμερικανικής αλυσίδας να επενδύσει στην Ελλάδα και ευρύτερα στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, εγκαταλείποντας την ίδια ώρα τις σκανδιναβικές χώρες, συνδέεται ακριβώς με το ότι εδώ υπάρχει μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη αγορά. To 2023 οι πωλήσεις της Sportswear Market (όπως λέγεται πλέον η δραστηριότητα λιανικής πώλησης αθλητικών του ομίλου Φουρλή) ανήλθαν στην Ελλάδα σε 141,1 εκατ. ευρώ. Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2024 ο όμιλος λειτουργούσε στην Ελλάδα 61 καταστήματα Intersport. Τρεις ακόμη ξένες αλυσίδες λιανικής έχουν άμεση παρουσία στην ελληνική αγορά: η γαλλική Decathlon, η σερβική Sport Vision και η βουλγαρική Sport Depot. Με θυγατρική στην Ελλάδα, την Adidas Ελλάς για τη χονδρική πώληση, αλλά διαθέτοντας και 11 καταστήματα λιανικής δραστηριοποιείται και ο όμιλος Adidas. Σταθερή ανάπτυξη παρουσιάζουν δύο ελληνικές εταιρείες που κοντεύουν να συμπληρώσουν 50 χρόνια ζωής: η «Διεθνής Αθλητική» και η Zakcret Sports (της οικογένειας Χαϊκάλη). Ολη η υπόλοιπη αγορά είναι κατακερματισμένη, με χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις τοπικού χαρακτήρα. Από τις ελβιέλες στα sneakers και στον ΑντετοκούνμποΟι αρκετά μεγάλοι ήξεραν μόνο τις ελβιέλες. Οι λίγο μικρότεροι τα παπούτσια Zita, ενώ κάποιοι φορούσαν Strike για να… καρφώνουν. Εννοείται, βεβαίως, ότι όλα ανήκαν στην κατηγορία… σπορτέξ, ενώ οι γνωστές μάρκες (Adidas, Nike, Puma, Tiger) ήταν για τους λίγους ή μόνο για όσους είχαν επαγγελματική ενασχόληση με τον αθλητισμό. Ακόμη και η Zakcret της οικογένειας Χαϊκάλη, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1975 με το πρώτο της κατάστημα επί της λεωφόρου Βεΐκου στο Γαλάτσι, αυτό που λάνσαρε κυρίως δεν ήταν αθλητικά, αλλά το στυλ της εποχής, τζιν με σακάκι. Μία από τις εταιρείες-πρωτοπόρους στον κλάδο, η «Διεθνής Αθλητική» των Παναγιώτη Παναγάκου και Λάκη Τσιαντά, ανοίγει το πρώτο της κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας το 1977 και αποφασίζει να ντύσει γνωστούς αθλητές εκείνης της εποχής. Ενα χρόνο μετά, το 1978, η Elmec της οικογένειας Φάις θα φέρει στην Ελλάδα τη Nike, αναλαμβάνοντας την αντιπροσωπεία της αμερικανικής εταιρείας, για να φέρει τα επόμενα χρόνια τη Fila, την Converse κ.ά. Η παράδοση της οικογένειας στον κλάδο συνεχίζεται από τον Σάμι Φάις, ο όμιλος του οποίου δραστηριοποιείται στη χονδρική πώληση των εταιρειών Puma (και λιανική), Under Armour (επίσης και λιανική), New Era, Wilson, Adidas Padel και Crep Protect (φροντίδα υποδημάτων). Δεν ήταν, πάντως, παρά στα μέσα της δεκαετίας του 1980 που η εγχώρια αγορά αθλητικών ειδών άρχισε να αναπτύσσεται περισσότερο στην Ελλάδα και οι καταναλωτές να αγοράζουν περισσότερα είδη και περισσότερες ξένες μάρκες. Η αναδιανομή του εισοδήματος με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η διοργάνωση των Πανευρωπαϊκών Αγώνων στην Αθήνα το 1982, οι επιτυχίες του Αρη και του ΠΑΟΚ στο μπάσκετ, η ενασχόληση των εφήβων της εποχής και με το NBA

Optima Bank: Ανακοινώνει την έναρξη λειτουργίας της θυγατρικής της, Optima Leasing

Η Optima Leasing, η νέα θυγατρική της Optima Bank, άρχισε τη λειτουργία της, παρέχοντας καινοτόμες λύσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων, παγίων και εξοπλισμών για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες. Ο Γιάννης Πουλιανός, CEO της Optima leasing, υπογραμμίζει σχετικά: “Η Optima leasing έρχεται να καλύψει μια σημαντική ανάγκη στην ελληνική αγορά, παρέχοντας πρωτοποριακές και προσαρμοσμένες λύσεις χρηματοδότησης. Με στόχο τη στήριξη των επιχειρήσεων και την ενίσχυση της ανάπτυξής τους, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για μακροχρόνιες συνεργασίες και επιτυχημένες επενδυτικές πρωτοβουλίες. Στόχος μας είναι να γίνουμε η πρώτη επιλογή στον τομέα της χρηματοδοτικής μίσθωσης, προσφέροντας τη βέλτιστη εμπειρία leasing στους πελάτες μας”.

Από Diageo μέχρι Αθηναϊκή: Γιατί ποντάρουν στα μη αλκοολούχα και στο εύρημα του Dry January

Λανσαρίσματα και νέες τάσεις έρχονται κατά τις ημέρες του Dry January – Εντείνεται ο ανταγωνισμός για Diageo, Αθηναϊκή και κολοσσούς της αγοράς Ρεπορτάζ: Αλεξάνδρα Παπαδημητρίου Με αυξητικούς ρυθμούς «τρέχει» ο φετινός Dry January, με την Diageo, την Αθηναϊκή Ζυθοποιία και τους κολοσσούς των αλκοολούχων ποτών και μπίρας να στρέφουν με αυτή την αφορμή το ενδιαφέρον τους στα μη αλκοολούχα, με καμπάνιες και νέα προϊόντα, ανταποκρινόμενοι στις νέες προτιμήσεις των καταναλωτών. Τα ποτά χωρίς αλκοόλ συνθέτουν μια αγορά που εξελίσσεται χρόνο με το χρόνο, παρά το γεγονός ότι αντιπροσωπεύει μόνο το 1% περίπου των παγκόσμιων πωλήσεων αλκοόλ, σε ένα σύνολο περίπου 20 δισ. δολαρίων σύμφωνα με την Bernstein Research, τη συντριπτική πλειονότητα των οποίων έχει η μπίρα, όπως αναφέρουν οι Financial Times, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στη στήλη Lex. Οι απέχοντες από αλκοόλ δεν περιορίζονται πλέον στο να πίνουν ανθρακούχα ποτά, χυμούς φρούτων ή το συνηθισμένο νερό. Η αγορά για ποτά χωρίς αλκοόλ—συμπεριλαμβανομένης της μπύρας, του κρασιού και των οινοπνευματωδών ποτών— έχει αρχίσει να απογειώνεται τα τελευταία χρόνια. Οι παγκόσμιες πωλήσεις ανήλθαν σε σχεδόν 20 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Euromonitor, μιας ερευνητικής εταιρείας, διπλάσιο από το ποσό πέντε ετών πριν. Η αγορά αυξήθηκε κατά περίπου 20% το 2023, έναντι 8% για τα αλκοολούχα ποτά. Το εύρημα του Dry JanuaryΉταν το 2013 όταν η βρετανική οργάνωση Alcohol Concern (που τώρα ονομάζεται Alcohol Change UK) υπό την Έμιλι Ρόμπινσον, αφού εγκατέλειψε το αλκοόλ τον Ιανουάριο του 2011 για να προετοιμαστεί για έναν ημιμαραθώνιο. Ήταν η γυναίκα αυτή που παρατήρησε τα οφέλη της αποχής από το αλκοόλ και πόσο οι άνθρωποι ενδιαφέρονταν για την εμπειρία της. Κι αυτό την οδήγησε να αποδώσει στον Ιανουάριο μήνα το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό -dry, που σημαίνει ξηρός, δηλαδή άνευ αλκοόλ. Το ίδιο διάστημα, οι Seattle Times συμπεριέλαβαν μια στήλη για το Dry January παρακινούμενη από έναν φίλο της που είχε κάνει το ίδιο για αρκετά χρόνια πριν. Την πρώτη χρονιά, 4.000 άτομα δήλωσαν συμμετοχή στην πρόκληση Dry January στη Βρετανία και έκτοτε η δημοτικότητά της έχει αυξηθεί, με 215.000 άτομα παγκοσμίως να δήλωσαν συμμετοχή το 2024. Το συγκεκριμένο challenge εγκρίθηκε από το Public Health England το 2015 και οδήγησε σε μεγάλη αύξηση των αριθμών και σταθερή αύξηση των συμμετεχόντων χρόνο με το χρόνο. Έρευνα του Πανεπιστημίου του Sussex που δημοσιεύθηκε το 2020 διαπίστωσε ότι όσοι υπέγραψαν για να λάβουν μέρος στην πρόκληση Dry January χρησιμοποιώντας τη δωρεάν εφαρμογή Try Dry του Alcohol Change UK και/ή τα emails καθοδήγησης, είχαν διπλάσιες πιθανότητες να έχουν ένα μήνα εντελώς χωρίς αλκοόλ, σε σύγκριση με εκείνους που προσπαθούν να αποφύγουν το αλκοόλ μόνοι τους τον Ιανουάριο, και να έχουν σημαντικά βελτιωμένη ευεξία και υγιέστερη κατανάλωση αλκοόλ έξι μήνες αργότερα. Η συγκεκριμένη δράση υιοθετήθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 και από άλλες χώρες, με τη Φινλανδία να δημιουργεί το δικό της Sober January, ενώ η Τσεχία και ο Καναδάς εγκαινίασαν αντίστοιχα το Dry February. Η αντίδραση της βιομηχανίαςΠίσω από τη συγκεκριμένη δράση, οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς κατάφεραν να «διαβάσουν» μια γενικότερη έλξη για την έννοια της μπίρας χωρίς αλκοόλ, του κρασιού, των αλκοολούχων ποτών και των seltzers που φαίνεται να είναι παρούσα καθόλη τη διάρκεια της χρονιάς, πράγμα που σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση για επιλογές με 0%. Όπως ανέφερε το Modern Retail, υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον των καταναλωτών για τα μη αλκοολούχα ποτά που γράφεται ευρέως μεταξύ του πληθυσμού των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας της 3ης Ιανουαρίου από την Disqo, το ποσοστό των καταναλωτών που σκοπεύουν να μειώσουν ή να εξαλείψουν την κατανάλωση αλκοόλ κατά το συγκεκριμένο μήνα ανέρχεται ακόμη και στο 45%, δηλαδή σχεδόν στο ήμισυ των ερωτηθέντων. Περαιτέρω, ο αριθμός των ερωτηθέντων που δήλωσαν ότι ενδιαφέρονται να δοκιμάσουν ένα νέο ποτό NA διπλασιάστηκε σε σχέση με τα προηγούμενα αποτελέσματα του Ιουνίου του 2023, με ποσοστό 16%. Η συγκεκριμένη τάση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ευεξία και τις αγοραστικές επιλογές για μια ισορροπημένη ζωή που άνθισαν για πρώτη φορά στην πανδημία Έντονος ανταγωνισμόςΗ συγκεκριμένη τάση έρχεται ως συνέχεια της ευεξίας -του wellbeing boom- και τις αγοραστικές επιλογές για μια ισορροπημένη ζωή – που αποτυπώθηκε με κάθε τρόπο στην πανδημία και συνεχίζει να ενισχύεται με το λανσάρισμα λειτουργικών τροφίμων και ποτών, με χαμηλό ή και μηδενικό δείκτη αλκοόλ. Και σε αυτό το τοποίο είναι αναμενόμενο ο ανταγωνισμός να χτυπάει κόκκινο. Από τη μια πολυεθνικές, όπως η Diageo, ποντάρουν πολλά στις άνευ αλκοόλ εκδοχές σε κλασικά brands που οδηγούν τη μέχρι τώρα πορεία της. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Tanqueray 0.0% που έκανε το ντεμπούτο του στην ελληνική αγορά τον Ιούνιο του 2022, έχοντας ήδη σημειώσει μεγάλη επιτυχία σε άλλες αγορές, όπως αυτή της Αγγλίας και της Ισπανίας. Οι πωλήσεις του στο πρώτο οικονομικό εξάμηνο του έτους για την Diageo αυξήθηκαν κατά +60%, ενώ ανακηρύχθηκε προϊόν της χρονιάς για το 202. Ομοίως η πολυεθνική λάνσαρε το ρούμι Captain Morgan Spiced Gold 0.0% όπως και τη Guiness 0.0, αλλά και τα RTDs Tanqueray London Dry Gin & Tonic και Tanqueray 0.0 & Tonic. Το Crodino της Campari, ένα απεριτίφ χωρίς αλκοόλ, αποτελεί ένα συνηθισμένο προϊόν στην Ιταλία και έχει εμφανιστεί και στα ράφια του Ηνωμένου Βασιλείου. Ενώ ακολούθησε η είσοδος κι άλλων brands, όπως το Beefeater 0.0, τα απεριτίφ Martini χωρίς αλκοόλ, bitters στην ίδια λογική, αλλά και μπίρες και κρασί. Οι γίγαντες της βιομηχανίας Carlsberg και Heineken έχουν ήδη κυκλοφορήσει εκδόσεις με μηδενικό αλκοόλ των εμβληματικών τους σημάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 3% του κύκλου εργασιών. Ήδη από το 2015, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία με την Amstel Free με 0,0 % αλκοόλ, άνοιξε τη νέα αυτή νέα κατηγορία στην εγχώρια αγορά μπίρας. Η συνέχεια ήταν καταιγιστική με μια σειρά από λανσαρίσματα από Heineken, Μύθος, Βεργίνα, Fix, Budweiser, Stella Artois, Άλφα κ.ο.κ. Το κρασί είναι το επόμενο next-big-thing όσων θέλουν να πιουν αλλά να μην προσλάβουν αλκοόλ. Από το Animeo Alcohol Free Ερυθρό, το Château d’ Estoublon L’Excessive Non-Alcohol Sparkling Rose ή White, τα Miguel Torres Natureo και το αφρώδες Kendermanns, μέχρι το Low από το Κτήμα Σεμέλη, που δημιούργησε τη συγκεκριμένη σειρά με 50% λιγότερο αλκοόλ και 40% λιγότερες θερμίδες. Πόσο έτοιμοι είναι

Skroutz: Ανάπτυξη των Skroutz Points και νέες υπηρεσίες – 20 χρόνια παρουσίας στην αγορά

Η Skrοutz συμπληρώνει φέτος 20 χρόνια παρουσίας στην αγορά Λέττα Καλαμαρά • lkalamara@naftemporiki.gr Στην αύξηση των σημείων παρουσίας της στην ελληνική επικράτεια καθώς και στην ανάπτυξη νέων υπηρεσιών στοχεύει η Skroutz τo 2025. Η εταιρεία μετά την εξάπλωση στην Κύπρο το 2023 αλλά και τις παραδόσεις στην Ευρώπη, σχεδιάζει την επέκταση των Skroutz Points που υπολογίζεται ότι θα φτάσουν τα 4.000 το 2025 από 1.000. Στόχος είναι να καλυφθεί το μεγαλύτερο πληθυσμιακό ποσοστό της χώρας. Κατά το 2024 η εταιρεία προχώρησε στην εισαγωγή υπηρεσιών όπως το Skroutz Wallet, το Skoop για αγοραπωλησίες μεταχειρισμένων, αλλά και τη δυνατότητα αγορών supermarket μέσω skroutz, εντάσσοντας στο portfolio της ευέλικτες μεθόδους πληρωμών και εμπλουτίζοντας την πλατφόρμα με νέες κατηγορίες κι επιλογές αγορών. Στη γκάμα της εταιρείας περιλαμβάνεται επίσης η συνδρομητική υπηρεσία Skroutz Plus, η Skroutz Last Mile, μεταφορική του ομίλου, που έφτασε να αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη στη χώρα, και υπηρεσίες όπως το Fulfilled by Skroutz. Επίσης, η εξαγορά της EveryPay και η απόκτηση της EMI άδειας της συνετέλεσε ώστε η Skroutz να αποτελεί μέλος των ευρωπαϊκών fintech και εισήγαγε εργαλεία όπως το BNPL πρόγραμμα της, την Express παράδοση και το προσωποποιημένο Skroutz Feed. Η Skrοutz συμπληρώνει φέτος 20 χρόνια παρουσίας στην αγορά. Σύμφωνα με τον Γ. Χατζηγεωργίου, CEO της Skroutz, «από την πρώτη μέρα δημιουργίας της προσπαθούμε να λύσουμε ένα πολύ αληθινό πρόβλημα. Το να κάνουμε το online shopping εύκολο, άμεσο και ασφαλές». Η εταιρεία ξεκίνησε το 2005, ως ένα φιλόδοξο εγχείρημα να μπορεί ο καταναλωτής να συγκρίνει διαφορετικές τιμές που υπήρχαν στην αγορά για κάθε προϊόν. Σύμφωνα με τη διοίκηση, αυτό που ξεκίνησε σαν μια online βόλτα στα μαγαζιά για έρευνα αγοράς, εξελίχθηκε με εντυπωσιακό ρυθμό στο δημοφιλέστερο marketplace στην ελληνική αγορά και όχι μόνο. Όπως συμπληρώνει ο κ. Χατζηγεωργίου, «με δουλειά, καινοτομία και τη στήριξη των συνεργατών μας, καταφέραμε να εξελιχθούμε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είχαμε ονειρευτεί. Σε ένα marketplace που προσφέρει τις υπηρεσίες του και εξυπηρετεί όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και καταναλωτές στην Ευρώπη, ανοίγοντας δρόμους ανάπτυξης για τους συνεργάτες μας. Όραμα της εταιρείας είναι να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εμπειρία αγορών στους καταναλωτές και το πιο αποδοτικό κανάλι πωλήσεων στους συνεργάτες της». Έπειτα από τη χρονιά ορόσημο για την ανάπτυξή της το 2009 με 500 συνεργάτες και πάνω από 300.000 προϊόντα διαθέσιμα στην πλατφόρμα για τους καταναλωτές, η εταιρεία μετεξελίχθηκε το 2016 από πλατφόρμα σύγκρισης τιμών σε marketplace, αλλάζοντας τον τρόπο που οι καταναλωτές ψωνίζουν online και ανοίγοντας νέους δρόμους για τους εμπόρους. Αυτό έδωσε στη Skroutz τη δυνατότητα να σχεδιάσεi νέες λύσεις, ενταγμένες στην εμπειρία του καταναλωτή με τρόπο που να την καθιστά πολύτιμο εργαλείο για τους καταναλωτές στην απόφαση αγορών. Ακολούθησε το 2020 η στρατηγική συνεργασία με την CVC Capital Partners. Πλέον η Skroutz ως marketplace διαθέτει πάνω από 28 εκατομμύρια προϊόντα από περίπου 8.000 συνεργαζόμενα καταστήματα καταγράφοντας σε μηνιαία βάση περισσότερες από 8 εκατομμύρια επισκέψεις. Πηγή: naftemporiki.gr