Πόσο έπεσε η αξία των κορυφαίων fintech startups μετά το “μαχαίρι” στις χρηματοδοτήσεις

Του Jeff Kauflin Τον Νοέμβριο του 2021, όταν η χρηματοδότηση των fintech από VCs βρισκόταν στο απόγειό της, η start-up πληρωμής λογαριασμών Tipalti σήκωσε 270 εκατ. δολάρια με την αποτίμησή της να αγγίζει τα 8,3 δισ. δολάρια. Το περασμένο καλοκαίρι, οι μετοχές της εταιρείας άξιζαν 4 δισ. δολάρια. Σήμερα, υπολογίζεται ότι η Tipalti αξίζει μόλις 3,1 δισ. δολάρια, μείωση της τάξης του 63% από τα υψηλότερά της επίπεδα, παρόλο έχει αυξήσει σημαντικά το πελατολόγιο της: στους 3.500 -ως επί το πλείστον εταιρικούς- πελάτες με έδρα τις ΗΠΑ από 2.000 στα τέλη του 2021. Ο Chen Amit, ο 58χρονος Ισραηλινός συνιδρυτής και CEO της Tipalti, θεωρεί τη σημερινή κεφαλαιοποίηση πολύ χαμηλή, αλλά αναγνωρίζει ότι οι διογκωμένες αποτιμήσεις του 2021 έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. “Πρέπει να το αποδεχτούμε. Δεν υπάρχει λόγος να επιστρατευουμε τον μηχανισμό της απώθησης”, σημειώνει ο Amit, “δείχνοντας” άλλες ιδιωτικές εταιρείες fintech, όπως η Stripe και η Klarna, που έχουν αντλήσει χρήματα από τότε σε χαμηλούς γύρους. Ο ίδιος προσθέτει: “Δεν θα πουλήσω τις μετοχές μου στα 3 δισ. δολάρια. Αμφιβάλλω αν θα το έκανε οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος”. Η απότομη έκρηξη και πτώση της χρηματοδότησης για τον τομέα της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας από VCs άφησε ένα ερώτημα στο πέρασμά της: πόσο αξίζουν πραγματικά σημερα οι fintech start-ups; Με τη χρηματοδότηση στον κλάδο να κατρακυλά από τα 141 δισ. δολάρια το 2021 στα 39 δισ. δολάρια το 2023, σύμφωνα με την CB Insights, πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις προσπάθησαν να εξοικονομήσουν μετρητά για να αποφύγουν την άντληση κεφαλαίων με σημαντικά μειωμένη αποτίμηση. Στο μεταξύ, οι πιο ανεπτυγμένες καθυστερούν να καταθέσουν αρχικές δημόσιες προσφορές, καθώς οι ήδη εισηγμένες fintechs βρίσκονται στο -50% από τα υψηλά τους, παρόλο που ο S&P 500 και ο Nasdaq κινούνται σε ρυθμούς-ρεκόρ. Όλα αυτές οι εξελίξεις έχουν αφήσει ένα κενό πληροφοριών – ένα κενό που τώρα καλύπτεται από νέες πλατφόρμες όπως η Caplight και η Notice που προχωρούν στον υπολογισμό αποτιμήσεων με βάση τις συναλλαγές της δευτερογενούς αγοράς τις οποίες παρακολουθούν μέσω συνεργασιών με χρηματιστές. Το 2021, μετά τις χρηματοδοτήσεις που συγκέντρωσε η Tipalti, το χρηματιστήριο άρχισε να πέφτει και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να αυξάνει τα επιτόκια. Ο Amit προχώρησε σε επιθετικές κινήσεις θέλοντας να προετοιμάσει την εταιρεία για πιο λιτές εποχές: απέλυσε το 11% του προσωπικού. “Ξέραμε ότι είχαμε λίπος στον οργανισμό”, επισημαίνει. Η εταιρεία έχει σημαντικό αριθμό εργαζομένων στο Ισραήλ, το Σαν Φρανσίσκο και στο Βανκούβερ, κι όταν άρχισε να προσλαμβάνει ξανά έδωσε έμφαση σε μέρη με χαμηλότερο κόστος, όπως η Τιφλίδα της Γεωργίας. Και η Tipalti συνέχισε να αναπτύσσεται – σήμερα επεξεργάζεται πληρωμές αξίας περίπου 5 δισ. δολάρια μηνιαίως από 3 δισ. δολάρια κατά τη περίοδο που έλαβε χρηματοδοτήσεις το 2021. Ποια είναι λοιπόν η αξία της Tipalti σήμερα; Το καλοκαίρι του 2023, ένας μέτοχος της Tipalti πούλησε μετοχές αξίας περίπου 20 εκατ. δολαρίων στη δευτερογενή αγορά με αποτίμηση 4 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με τον Oren Zeev, επενδυτή VCs και συνιδρυτή της Tipalti. Το δ’ τρίμηνο του 2023, η Capital Group, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες venture capitals στον κόσμο, αποτίμησε τις μετοχές της στα 3,7 δισ. δολάρια. Η Caplight, μια startup από το Σαν Φρανσίσκο που παρακολουθεί τις συναλλαγές στη δευτερογενή αγορά των ιδιωτικών τεχνολογικών εταιρειών, εκτιμά τη σημερινή αξία της Tipalti σε μόλις 3,1 δισ. δολάρια – ποσό που λαμβάνει υπόψη την πτώση των μετοχών αρκετών εκ των ανταγωνιστριών της Tipalti, συμπεριλαμβανομένης της εισηγμένης Bill, η αποτίμηση της οποίας έχει υποχωρήσει κατά 80% από το απόγειό της στα τέλη του 2021. Η Caplight μοιράστηκε με το Forbes τις αποτιμήσεις της για μια σειρά από fintechs που παρακολουθεί. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις εκτιμήσεις της, στις 8 Μαρτίου, για τις 11 κορυφαίες start-ups. Ασφαλώς, πρόκειται για εκτιμήσεις. Όπως σε κάθε “φούσκα” που σκάει, ορισμένες από τις μειώσεις είναι πολύ μεγάλες – όπως 79% για την Klarna και 74% για την Chime. Οι πιο πάνω 11 fintechs, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Caplight στις 8 Μαρτίου, αξίζουν τώρα από 23% έως 79% λιγότερο σε σύγκριση με τις μέγιστες αποτιμήσεις τους για τη συγκέντρωση κεφαλαίων. Λάβετε υπόψη, όπως δείχνει και το παράδειγμα της Tipalti, ότι η μείωση της αποτίμησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια επιχείρηση τα πάει άσχημα. Η Chime εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη ψηφιακή τράπεζα στις ΗΠΑ. Ως γνωστόν, άντλησε χρηματοδότηση ύψους 25 δισ. δολαρίων το 2021 και είχε έντονη δραστηριότητα στη δευτερογενή αγορά πριν από έναν χρόνο, με την αποτίμησή της να φτάνει τα περίπου 8 δισ. δολάρια. Παρόλα αυτά, η αξία της στις 8 Μαρτίου είχε υποχωρήσει στα 6,5 δισ. δολάρια (-74%), σύμφωνα με την Caplight. Η Plaid, που βρίσκεται στη λίστα του Forbes με τις 50 κορυφαίες Fintech επί 9 συναπτά έτη, άντλησε χρηματοδότηση πριν από τρία χρόνια με αποτίμηση 13,4 δισ. δολάρια. Τα έσοδα της Plaid για το 2023 αυξήθηκαν μόλις κατά 10% στα 300-400 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με ανθρώπους με γνώση των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Παρόλο που η Plaid επιτρέπει μόνο έναν μικρό αριθμό συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά, η Caplight εκτιμά την αποτίμησή της στα 4,2 δισ. δολάρια, μείωση της τάξης του 69%, που βασίζεται κυρίως σε προσφορές για δευτερογενείς μετοχές. “Η εκτίμηση για την αποτίμηση οποιασδήποτε ιδιωτικής εταιρείας με βάση τα στοιχεία της δευτερογενούς αγοράς είναι παραπλανητική. Αρνούμαστε να σχολιάσουμε περαιτέρω εικασίες”, μας είπε εκπρόσωπος της Plaid, ενώ αρνήθηκε να σχολιάσει και τα οικονομικά αποτελέσματα του 2023. Η αποτίμηση των εταιρειών με βάση τα δεδομένα της δευτερογενούς αγοράς έχει πολλούς επικριτές. Τα ΔΣ των εταιρειών πρέπει να εγκρίνουν τις συναλλαγές που είναι συνήθως μικρές -κυμαίνονται από 500.000 έως 20 εκατομμύρια δολάρια-, γεγονός που τις καθιστά λιγότερο αντιπροσωπευτικές της συνολικής αξίας της επιχείρησης. Στους πωλητές μπορεί να περιλαμβάνονται εργαζόμενοι που θέλουν να ρευστοποιήσουν για να αγοράσουν ένα σπίτι, να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση ή να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους μετά από μια απόλυση και οι οποίοι μπορεί να μην έχουν πρόσβαση στα οικονομικά αποτελέσματα μιας εταιρείας. Στους πωλητές περιλαμβάνονται επίσης θεσμικοί κάτοχοι και κορυφαία VCs – αν και τα VCs φέρονται να έχουν αρχίσει να αγοράζουν πιο επιθετικά μετοχές στον δευτερογενή τομέα, κατά το τελευταίο έτος, ως μια ευκαιρία να ενισχύσουν τις συμμετοχές τους φθηνά. Επιπλέον, οι
“Κάν’ το όπως ο Μπάφετ”: Οι top picks και οι πρόσφατες αγορές του μεγιστάνα επενδυτή

Της Catherine Brock Είναι εφικτό να αποκτήσετε πλούτο δια της “μίμησης”, αν επιλέξετε το σωστό άτομο για να ακολουθήσετε. Για τους επενδυτές, ο Γουόρεν Μπάφετ είναι ένα ιδανικό πρότυπο. Πάμπλουτος και από τους πιο επιτυχημένους stock pickers στον κόσμο. Είναι επίσης ο εγκέφαλος πίσω από το χαρτοφυλάκιο μετοχών που ανήκει στην εταιρεία του, την Berkshire Hathaway. Και επειδή η Berkshire οφείλει να αναφέρει τις μετοχές που έχει στην κατοχή της κάθε τρίμηνο, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση από τις μετοχές που αρέσουν στον Μπάφετ. Ας δούμε τους κορυφαίες συμμετοχές του Μπάφετ καθώς και ποιους τίτλους αγόρασε ή πούλησε το δ’ τρίμηνο και ποιες μπορούν να είναι υποψήφιες για το δικό σας χαρτοφυλάκιο το 2024. Οι μεγαλύτερες συμμετοχές του ΜπάφετΟ πίνακας που ακολουθεί παρουσιάζει τις 10 μεγαλύτερες θέσεις του Μπάφετ. Η συνολική αξία τους στο τέλος του 2023 ήταν 322 δισ. δολάρια, δηλαδή περίπου το 93% του χαρτοφυλακίου συνολικής αξίας 347 δισ. δολαρίων. Αξιοσημείωτη είναι η εξέχουσα θέση της Apple. Η κατασκευάστρια του iPhone καταλαμβάνει το 50% του χαρτοφυλακίου, ενώ οι άλλες εννέα μετοχές αντιπροσωπεύουν περίπου το 43,6%. Περίπου ακόμη 20 μετοχές ολοκληρώνουν την εικόνα του χαρτοφυλακίου. Η μη διαφοροποίηση του Μπάφετ ως προς τις συμμετοχές του δεν είναι καλή στρατηγική για τους περισσότερους μικροεπενδυτές. Ούτε εγώ ούτε εσείςδιαθέτουμε τους πόρους, το μυαλό ή την τεχνογνωσία του Μπάφετ και της ομάδας του. Επιπλέον, η Berkshire έχει μερικές ακόμη δεκάδες θυγατρικές υπό τον πλήρη έλεγχό της, όπως η Business Wire, η Dairy Queen, η NetJets, η Pilot Flying J και οι καραμέλες Sees. Η εταιρεία διέθετε επίσης περίπου 163 δισ. δολάρια σε μετρητά και αμερικανικά κρατικά ομόλογα βραχείας λήξης, όπως παρουσίασε στον ισολογισμό της στα τέλη του 2023. Μετοχές που πούλησε πρόσφατα ο ΜπάφετΟ Μπάφετ προτιμά τις μεγάλες περιόδους διακράτησης τίτλων, αλλά αποδεσμεύεται γρήγορα από μετοχές που μεταβάλλονται οι προοπτικές τους. Γι’ αυτό και οι πωλήσεις του μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσες από τις αγορές του. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει όλες τις πωλήσεις από το χαρτοφυλάκιο της Berkshire κατά το δ’ τρίμηνο. Ο Μπάφετ αποσύρθηκε εντελώς από μικρότερες θέσεις, όπως στην κατασκευαστική D.R. Horton, στη fintech Stoneco και στις ασφαλιστικές εταιρείες Global Life και Markel. Η μεγαλύτερη αποεπένδυση στο τρίμηνο ήταν περίπου 10 εκατομμύρια μετοχές της Apple. Όχι πως ο Μπάφετ δεν πιστεύει πλέον στην Apple. Το πιθανότερο είναι που κατοχύρωσε κέρδη και εξισορρόπησε το χαρτοφυλάκιό του. Ποιες μετοχές αγόρασε πρόσφατα ο ΜπάφετΟι νεοεισερχόμενοι στο χαρτοφυλάκιο του Μπάφετ γίνονται πάντα είδηση, αφού ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής προτιμά εταιρείες με σταθερές, μακροπρόθεσμες προοπτικές. Δυστυχώς, η αγοραστική δραστηριότητα του Μπάφετ στο δ’ τρίμηνο ήταν μικρή. Η Berkshire αύξησε τις θέσεις της σε τρεις μετοχές και δεν αγόρασε κανένα νέο τίτλο. Ειδικότερα, αγόρασε 34 εκατομμύρια μετοχές των αγαπημένων του Chevron και Occidental Petroleum, από τον κλάδο της ενέργειας. Και οι δύο εταιρείες σημείωσαν διψήφια πτώση στο δ’ τρίμηνο έως και τα μέσα Δεκεμβρίου. Ο Μπάφετ πιθανότατα αγόρασε στη βουτιά για να αυξήσει τις συμμετοχές του με φτηνό κόστος. Δεν είναι από αυτούς που φοβούνται τις πρόσκαιρες συνθήκες, όπως η πτώση της τιμής του πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η αγορά της SIRI είναι πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Ο Μπάφετ άνοιξε τη θέση στο γ’ τρίμηνο και τετραπλασίασε τη συμμετοχή του στο δ’ τρίμηνο. Οι top picks του ΜπάφετΤο χαρτοφυλάκιο της Berkshire περιλαμβάνει μετοχές υψηλής αξίας από τους κλάδους της τεχνολογίας, των χρηματοοικονομικών, της ενέργειας και των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Ας δούμε ποιες από αυτές βάζουν υποψηφιότητα για να ενταχθούν στο χαρτοφυλάκιό σας το 2024. Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει 10 μετοχές του Μπάφετ που αρέσουν στους αναλυτές για το 2024, με σειρά από τις μεγαλύτερες προς τις μικρότερες. [Σημείωση: Είμαι μακροχρόνα μέτοχος της Coca-Cola]. Στον Buffett αρέσουν οι εταιρείες με ηγετικές προσωπικότητες στη διοίκηση, σταθερό ιστορικό και πλατιά “οικονομική τάφρο”. Η “οικονομική τάφρος” είναι ένας όρος του Μπάφετ που αποτυπώνει ένα σταθερό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, όπως η επωνυμία, το μέγεθος, το υψηλό κόστος αλλαγής για τους πελάτες κ.ο.κ. Μια “πλατιά τάφρος” προστατεύει την επιχείρηση από τη φθορά του ανταγωνισμού. Ως επενδυτής αξίας, ο Μπάφετ προτιμά να εισπράττει μερίσματα αντί να περιμένει κέρδη από τις αυξήσεις των. Εννέα μετοχές στην πιο πάνω λίστα διανέμουν μέρισμα, με την Amazon να αποτελεί τη μόνη εξαίρεση. Απόδοση – επιμέλεια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος Πηγή: forbesgreece.gr
Το ράλι του Nikkei 225 εξαρτάται από τις μετοχές $7 δισ. μιας εταιρείας

Του William Pesek Καθώς το παγκόσμιο κεφάλαιο ανακαλύπτει πάλι την Ιαπωνία, οι “μπαρουτοκαπνισμένοι” επενδυτές χρειάζονται διαπιστευτήρια ότι όντως ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας έχει αλλάξει. To ζήτημα δεν είναι “προσωπικό”. Απλώς, δεν είναι η πρώτη φορά που οι επενδυτές έρχονται σε επαφή με “μεγαλοστομίες” για πράγματα που επί της ουσίας είναι αλλιώς. Βέβαια, οι προσπάθειες της τελευταίας δεκαετίας να αυξηθούν οι αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων και να αποκτήσουν οι μέτοχοι πιο δυνατή φωνή είχαν αποτέλεσμα, ωθώντας τον Nikkei 225 για πρώτη φορά στην ιστορία του πάνω από τις 40.000 μονάδες. Το 2024 φαίνεται πως θα είναι μια χρονιά εμπιστοσύνης, αλλά και επαλήθευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια του ακτιβιστικού fund Elliott Investment Management να πείσει τον μεγαλύτερο όμιλο ακινήτων της Ιαπωνίας Mitsui Fudosan να προχωρήσει στην επαναγορά μετοχών ύψους σχεδόν 7 δισ. δολαρίων είναι το hot θέμα που πρέπει να παρακολουθούμε. Oι Financial Times ήταν οι πρώτοι που αποκάλυψαν ότι το fund έχει αποκτήσει μερίδιο άνω του 2% στη Mitsui Fudosan. Το Elliott Investment Management παροτρύνει την κατασκευάστρια εταιρεία να μειώσει τη συμμετοχή της στην Oriental Land, η οποία διαχειρίζεται το Tokyo Disney Resort. Η “ενθάρρυνση” αυτή συγκεντρώνει το ενδιαφέρον μας για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή η Mitsui Fudosan -με 82 χρόνια ιστορία- είναι εμβληματική για το ιαπωνικό επιχειρείν. Όπως δήλωσε στο CNBC ο Jesper Koll της Monex Group: “Η πίεση στις ιαπωνικές εταιρείες είναι πλέον αμείλικτη – οι “νωθροί” ισολογισμοί δεν θα είναι πλέον ανεκτοί. Ακόμη και -πρώην “ανέγγιχτες”- ελίτ εταιρείες, όπως Mitsui Fudosan, μπαίνουν πλέον στο στόχαστρο”. Δεύτερον, το fund έχει αποδείξει ότι διαθέτει την ικανότητα να πείθει τις εταιρείες να προχωρούν σε αλλαγές. Πριν από δώδεκα μήνες, η εταιρεία του Paul Singer κατάφερε να πείσει την Dai Nippon Printing Co. να πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη επαναγορά μετοχών στην 147χρονη ιστορία της. Η Dai Nippon ήταν μια έξυπνη επιλογή από το αμερικανικό fund. Μπορεί να είχε μακρά ιστορία, όμως δεν ήταν γνωστή ανά τον κόσμο. Η Dai Nippon αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα του γιατί το κεφάλαιο τρέχει προς την Ιαπωνία. Η εταιρεία είναι πλούσια σε μετρητά, κατέχει αθόρυβα δεσπόζουσα θέση στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και η μετοχή της τείνει να διαπραγματεύεται πολύ κάτω από τη λογιστική της αξία. Η Dai Nippon έχει σημαντικό μερίδιο στην παγκόσμια αγορά των εξαρτημάτων για την παραγωγή smartphones, ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ημιαγωγών. Σε οποιαδήποτε λίστα με υποτιμημένες, αλλά πολλά υποσχόμενες ιαπωνικές μετοχές, η Dai Nippon δικαιούται μια θέση κοντά στην κορυφή. Φυσικά, αντικείμενο συζήτησης για τους επενδυτές είναι αν η πώληση των μετοχών της Oriental Land που επιθυμεί το fund Elliott είναι η καλύτερη κίνηση. Εναλλακτικά, μήπως η Mitsui Fudosan να χρησιμοποιήσει τα έσοδα από το μερίδιο 5,4% που κατέχει στην κατασκευάστρια εταιρεία για να επενδύσει πιο επιθετικά σε μελλοντικά projects ανάπτυξης; Ό,τι κι αν συμβεί, η πίεση που ασκεί το fund -και η προφανής μη αντίδραση από τη Mitsui Fudosan- είναι ένα σαφές σημάδι ότι η Ιαπωνία είναι ένα διαφορετικό μέρος από ό,τι το 2014. Ήταν η χρονιά που το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα του πρωθυπουργού Fumio Kishida άρχισε επιτέλους να ασχολείται σοβαρά με την αναβάθμιση του ιαπωνικής οικονομίας. Άρχισε να εφαρμόζει έναν κώδικα διαχείρισης, εμπνευσμένο από το Ηνωμένο Βασίλειο, για να ωθήσει τις εταιρείες να αυξήσουν την απόδοση του κεφαλαίου, να βάλουν τέλος στις συμφωνίες “της παλιάς οικονομίας” με “φίλιους” επιχειρηματικούς ομίλους και να δώσουν στους μετόχους πιο δυνατή φωνή. Μια δεκαετία μετά, οι αναβαθμίσεις αυτές κερδίζουν έδαφος. Ξεκάθαρη απόδειξη είναι ότι ο Nikkei ξεπέρασε τα υψηλά επίπεδα της “φούσκας του 1989”. Μπορεί να συνεχιστεί το ράλι του Nikkei, που τρέχει άνω του 46% τους τελευταίους 12 μήνες; Μόνο ο χρόνος θα το δείξει. Αλλά το πώς θα συνεχιστεί αυτή η ανοδική πορεία έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το πόσο καλά “θα παίξει το φύλλο του” το κόμμα του Kishida. Το “φύλλο” δεν είναι τόσο καλό όσο νομίζουν οι επενδυτές που σπεύδουν προς την Ιαπωνία. Το πρόβλημα είναι ότι η επιτυχία του LDP να βγάλει τις ιαπωνικές από τη δεκαετία του 1980 δεν έχει αντιστοιχία σε άλλους τομείς της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ασίας. Τον Δεκέμβριο του 2012, το LDP επέστρεψε στην εξουσία ανοίγοντας μια τολμηρή συζήτηση για μια επερχόμενη θεραπεία-σοκ της οικονομίας από με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό σήμαινε ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα εφάρμοζε ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και θα αποδυνάμωνε το γιεν κατά 30%. Οι εξαγωγές άνθισαν και τα εταιρικά κέρδη διογκώθηκαν. Αλλά ο τότε πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε γρήγορα έβαλε στο ράφι τα σχέδια για τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη διεθνοποίηση των εργασιακών πρακτικών, την αναθέρμανση της καινοτομίας, την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση των γυναικών. Δίνοντας προτεραιότητα στην υποτίμηση του γιεν και στον εταιρικό αναπροσανατολισμό, η εποχή Άμπε (2012-2020) επιχείρησε κυρίως να επαναφέρει τα “trickle-down economics” του 1980. Αυτό δεν λειτούργησε για τη συντριπτική πλειονότητα των 125 εκατ. κατοίκων της Ιαπωνίας, καθώς ο πληθωρισμός ξεπέρασε τη μέση αύξηση των μισθολογίων. Γι’ αυτό είναι ζωτικής σημασίας να αποδείξει ο Kishida στους ξένους επενδυτές -που δίνουν άλλη μια ευκαιρία στην Ιαπωνία- ότι έρχονται νέες μεταρρυθμίσεις. Τον Οκτώβριο του 2021, ο Kishida ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενος έναν “νέο καπιταλισμό” για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής της μεσαίας τάξης που είδε τα εισοδήματά της να παραμένουν στάσιμα για δεκαετίες. Έχει σημειώσει ελάχιστη, για να μην πούμε μηδενική, πρόοδο. Το ίδιο ισχύει και για το έξυπνο σχέδιο του Kishida να αξιοποιήσει το κρατικό συνταξιοδοτικό επενδυτικό ταμείο της Ιαπωνίας ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων, το μεγαλύτερο στον κόσμο, για να χρηματοδοτήσει start-ups. Σε μεγάλο βαθμό, το πλάνο αυτό έχει παραμείνει πλάνο. Με τα ποσοστά αποδοχής του να κυμαίνονται στο 20-25%, έχει ο Kishida το πολιτικό κεφάλαιο για να ωθήσει το κοινοβούλιο -που αποφεύγει τις μεταρρυθμίσεις- να πάρει ρίσκα και να ταρακουνήσει μια γερασμένη οικονομία; Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτή είναι η μόνη ευκαιρία της κυβέρνησής του να επιβιώσει. Απόδοση – επιμέλεια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος Πηγή: forbesgreece.gr
Bitcoin: Γιατί αυτή η bull market είναι διαφορετική

Του Sean Stein Smith Οι επενδυτές σε Bitcoin -και crypto, γενικότερα- είναι εξοικειωμένοι με τη μεταβλητότητα. Το 2024 φαίνεται πως ανταποκρίνεται σε αυτό το αφήγημα. Με την έγκριση για τα Bitcoin ETF στην αγορά spot, το ενδεχόμενο να πάρουν σύντομα το πράσινο φως και τα Ether ETF, και την όλο και μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς το ρυθμιστικό πλαίσιο των κρυπτονομισμάτων, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το κλίμα για το Bitcoin βελτιώνεται. Aκόμη και ορισμένες από τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις σχετικά με τoν αντίκτυπο που θα είχαν στις τιμές των crypto οι εγκρίσεις των ETF χρειάστηκε να αναθεωρηθούν. Οι τιμές έχουν σκαρφαλώσει σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2021, ο όγκος των συναλλαγών στα ανταλλακτήρια έχει διογκωθεί και οι θεσμικές αγορές που μπαίνουν στα crypto αυξάνονται: λογικό είναι οι έμπειροι επενδυτές να αναπολήσουν τις παλαιότερες bull market. Παρόλο που οι τιμές δεν έχουν ξεπεράσει τα ιστορικά υψηλά, κάθε bull market είναι διαφορετική και οι επενδυτές -ανεξαρτήτως μεγέθους wallet- πρέπει να γνωρίζουν πώς διαφέρει αυτή η bull market από τα προηγούμενα ράλι. Ας δούμε μερικές από τις τάσεις και τους λόγους για τους οποίους αυτή η bull market είναι διαφορετική. Οι θεσμικές αγορές οδηγούν το ράλιΕίθισται ένα ράλι να οδηγείται από μεμονωμένους ή ιδιώτες επενδυτές. Αυτή η τάση είναι συνεπής ιστορικά αλλά και ανά τομέα. Όμως η πρόσφατη άνοδος του Bitcoin έχει και άλλες συνισταμένες. Μετά την έγκριση των ETFs στη spot αγορά το θεσμικό ενδιαφέρον για το bitcoin ενισχύθηκε, ώστε το εν λόγω περιουσιακό στοιχεία να είναι διαθέσιμο για τους πελάτες χρηματοπιστωτικών οντοτήτων, εταιρειών κ.ο.κ. Τα ETF αγοράζουν περίπου 10πλάσιο αριθμό Bitcoin σε σχέση με αυτά που εξορύσσονται κατά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα – σαφής ένδειξη της θεσμικής ζήτησης για το δημοφιλέστερο crypto στον κόσμο, αλλά και του όγκου συναλλαγών που πραγματοποιείται μέσω των διαφόρων προϊόντων ETF. Επιπλέον, δεδομένου ότι περίπου το 80% των Bitcoin που ήταν διαθέσιμα δεν έχουν αλλάξει χέρια τους τελευταίους έξι μήνες, αυξάνεται η ζήτηση για τα νέα Bitcoin που εξορύσσονται. Το Bitcoin μπαίνει στα συνταξιοδοτικά fundsΕπιπλέον η τιμή του Bitcoin έχει αυξηθεί, καθώς μετά την έναρξη διαπραγμάτευσης των ETF, τα προϊόντα αυτά να είναι διαθέσιμα προς αγορά από εταιρείες χρηματοοικονομικής συμβουλευτικής και συνταξιοδοτικά funds. Πριν την έγκριση ήταν σχετικά περίπλοκη διαδικασία για τους επενδυτές να αγοράσουν Βitcoin ή άλλα προϊόντα που συνδέονται με τα κρυπτονομίσματα και να τα κρατήσουν σε συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς: συνήθως, έπρεπε να δημιουργήσουν ένα IRA ή ένα εξίσου άγνωστο προϊόν για την πλειονότητα των mainstream επενδυτών. Επωφελούμενοι από την έγκριση των ETF και τη νομιμότητα που τα διέπει, είναι απλώς θέμα χρόνου να αρχίσουν τα συνταξιοδοτικά funds και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι να τα προτείνουν στους πελάτες τους. Η είδηση ότι η Morgan Stanley συστήνει Bitcoin ETFs σε πελάτες ενός χαρτοφυλακίου ύψους 150 δισ. δολαρίων είναι ενδεικτική της πραγματικότητας. Το επόμενο βήμα ίσως είναι η δημιουργία ενός δικτύου εγγεγραμμένων επενδυτικών συμβούλων για το Bitcoin και τα κρυπτονομίσματα εν γένει. To αυξανόμενο ενδιαφέρον από περισσότερες αγορές και θεσμικούς φορείς θα ενισχύει την προσφορά για το Bitcoin και τα άλλα crypto στο προσεχές μέλλον. Η ρυθμιστική σαφήνεια φέρνει επενδύσειςΑν και δεν είναι τόσο συναρπαστική όσο οι παραπάνω παράγοντες, η ύπαρξη ξεκάθαρου και κατανοητού ρυθμιστικού πλαισίου για τα κρυπτονομίσματα είναι απαραίτητη για την ενθάρρυνση των επενδυτών. Τον τελευταίο χρόνο έγιναν σημαντικές κινήσεις για να ξεπεραστούν θεμελιώδη εμπόδια της αγοράς κρυπτονομισμάτων. Συγκεκριμένα, πλέον έχει αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο οι διάφορες οντότητες θα περνάνε στα λογιστικά βιβλία τους και θα αναφέρουν τις συμμετοχές τους σε crypto, τόσο στους ισολογισμούς τους όσο και στις εκθέσεις οικονομικών αποτελεσμάτων, συμβάλλοντας στη διαφάνεια και στη δυνατότητα σύγκρισης οικονομικών μεγεθών. Η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία καταθέτοντας μηνύσεις σε εταιρείες της αγοράς είχε περιορίσει τις επενδύσεις, έχει υποστεί πλήγματα τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο και ενώπιον του Κογκρέσο. Ακόμη και η IRS προσπάθησε να αποσαφηνίσει ορισμένα σημεία της φορολόγησης και να απλουστεύει τις διαδικασίες για τους επενδυτές προκειμένου να επιλύσουν προβλήματα ακόμα και του παρελθόντος. Συνδυαστικά, όλες αυτές οι αλλαγές ενισχύουν την ελκυστικότητα των κρυπτονομισμάτων ως περιουσιακών στοιχειων, και αποτυπώνουν ξεκάθαρα τα οφέλη για τις επιχειρήσεις που θέλουν να επενδύσουν στον κλάδο. Το Bitcoin τρέχει ένα “καυτό” ράλι από την αρχή του έτους και υπάρχουν αρκετές παράμετροι που καθιστούν αυτή την ανοδική κίνηση των τιμών διαφορετική από ράλι του παρελθόντος – παράμετροι που οι επενδυτές θα πρέπει να λάβουν υπόψη. Απόδοση – επιμέλεια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος Πηγή: forbesgreece.gr
Η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που ελκύει τους πλούσιους – Ενοίκια 10.000 ευρώ και αγορά 80 τ.μ. με σχεδόν 1 εκατ.

Την ώρα που οι πλούσιοι από όλο τον κόσμο συρρέουν, οι ντόπιοι απομακρύνονται από το κέντρο της πόλης, καθώς οικονομικά καθίσταται απαγορευτικό. Το εγχειρίδιο για το 2024 της μεσιτικής εταιρείας με έδρα τη Νέα Υόρκη (με πελάτες που διαθέτουν 30 εκατομμύρια δολάρια και περισσότερα Barnes Global Property, επιβεβαιώνει αυτό που έχει αρχίσει να διαφαίνεται από την πανδημία: η Μαδρίτη έχει καταστεί ένας από τους προορισμούς που επιλέγουν οι πλούσιοι. Η αμερικανική εταιρεία τοποθετεί τη Μαδρίτη στην τέταρτη θέση μεταξύ των πόλεων που είναι πιο δημοφιλείς στους πλούσιους του κόσμου, πέντε θέσεις υψηλότερα σε σχέση με πέρυσι. Σύμφωνα με άρθρο του διεθνούς ειδησεογραφικού πρακτορείου Bloomberg, η απομακρυσμένη εργασία, τα προβλήματα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η ποιοτική εκπαίδευση ιδίως οι σχολές διοίκησης επιχειρήσεων IE και ESCP, έχουν τοποθετήσει την πρωτεύουσα της Ισπανίας στα ραντάρ των υπερπλουσίων σε όλο τον κόσμο. Οι Νοτιοαμερικανοί αποτελούν το 60% των αγοραστών πολυτελών ακινήτων και ακολουθούν οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί. Από το 2020 η ζήτηση για κατοικίες την ισπανική πρωτεύουσα βαίνει διαρκώς αυξανόμενη. Πολλοί ξένοι «ερωτεύθηκαν» την πόλη κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς τα εστιατόρια, τα μπαρ και οι εκδηλώσεις της παρέμειναν «εν ζωή». Αγοραστές από την Κολομβία, το Περού και τη Χιλή συρρέουν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού καθώς οι συνθήκες στην πατρίδα τους επιδεινώνονται. Οι χρυσές βίζες για όσους επενδύουν περισσότερα από 500.000 ευρώ στην Ισπανία και οι εργασιακές βίζες για τους ψηφιακούς νομάδες έχουν επίσης ενισχύσει την ελκυστικότητα της Μαδρίτης. Τα καλά νέα δεν είναι για όλουςΕντούτοις, τα καλά νέα για τους μεσίτες πολυτελών ακινήτων και τους πλούσιους ομογενείς δεν είναι για όλους. Αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο σε ένα όλο και πιο περίπλοκο «σίριαλ» κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων. Και σύμφωνα με την αρθρογράφο του Bloomberg, δεν διαφαίνεται να υπάρχει μια σαφής λύση. Οι αυξανόμενες τιμές των ακινήτων που αναγκάζουν τους ντόπιους να απομακρυνθούν περισσότερο από το κέντρο της πόλης έχουν βρεθεί στο επίκεντρο τόσο των συζητήσεων των πολιτικών όσο και των αναλυτών. Σχεδόν 1 εκατομμύριο ευρώ πρέπει να διαθέσει κάποιος για να αγοράσει 80 τετραγωνικά μέτρα στη συνοικία Σαλαμάνκα, όπου τα υψηλής ποιότητας διαμερίσματα κοστίζουν 11.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Εν τω μεταξύ, οι γονείς που είναι σε θέση να πληρώνουν ενοίκιο άνω των 10.000 ευρώ το μήνα για τα παιδιά τους που σπουδάζουν, κάνουν την κατάσταση χειρότερη. Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους τόσοι πολλοί νέοι ζουν με τους γονείς τους είναι ότι η αγορά ακινήτων έχει καταστεί τόσο ακριβή, ούτως ώστε δεν δύνανται να αντέξουν οικονομικά να φύγουν από το σπίτι. Ο μέσος όρος ηλικίας στην Ισπανία για την εγκατάλειψη του σπιτιού είναι λίγο υψηλότερα από τα 30 έτη, σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 26,4 ετών (στην Ελλάδα είναι κοντά στα 31 έτη και είναι ο υψηλότερος ευρωπαϊκός μέσος όρος). Και στο βάθος η υπογεννητικότηταΜια συνθήκη που μπορεί επίσης να συμβάλει στην υπογεννητικότητα. Ο αριθμός των γεννήσεων στην Ισπανία έχει μειωθεί κατά ένα τέταρτο από το 2013. Πέρυσι, σημειώθηκε νέο χαμηλό ρεκόρ: 322.075 νεογνά γεννήθηκαν στην Ισπανία το 2023, το χαμηλότερο επίπεδο από τότε που η εθνική στατιστική υπηρεσία INE άρχισε να διατηρεί αρχεία το 1941. Προς το παρόν, η φήμη της Ισπανίας ως φιλόξενη στους μετανάστες, ιδίως από τη Λατινική Αμερική -και όχι μόνο στους πλούσιους- αντισταθμίζει τη συρρίκνωση των γεννήσεων και ικανοποιεί την υψηλή ζήτηση για εργαζόμενους, ιδίως στον τουρισμό και την κοινωνική μέριμνα. Ο πληθυσμός της Ισπανίας έχει ανέλθει στο ρεκόρ των 48,6 εκατομμυρίων κατοίκων, επειδή στον αριθμό αυτό προστίθενται 6,5 εκατομμύρια αλλοδαποί. Οι μετανάστες και τα παιδιά τους διατηρούν τον πληθυσμό της Ισπανίας σε υψηλά επίπεδα. Η οικονομία της Ισπανίας χρειάζεται περίπου 500.000 μετανάστες ετησίως προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της BBVA. Οι Λατινοαμερικανίδες ηλικίας 40 έως 50 ετών που εργάζονται στον κλάδο της υγείας και του τουρισμού είναι μεταξύ των μεγαλύτερων ομάδων. Κα΄τι που ενισχύει την αίσθηση ότι η Μαδρίτη μπορεί να ανταγωνιστεί το Μαϊάμι ως νέα «πρωτεύουσα» της Λατινικής Αμερικής. (Αν και πρόσφατα ο Trino Márquez, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο της Βενεζουέλας στο Καράκας, υποβάθμισε αυτή την ιδέα στη συντάκτρια: «Το Μαϊάμι θα είναι πάντα ο πρώτος προορισμός για τους περισσότερους Λατινοαμερικανούς, επειδή μπορούν να περπατήσουν εκεί, ενώ δεν μπορούν να περπατήσουν μέχρι τη Μαδρίτη»). Εύφλεκτο μείγμαΟ Miguel Cardoso της BBVA Research θεωρεί ότι το μείγμα της χαμηλής ανεργίας, της υψηλής οικονομικής ανάπτυξης και της υψηλής μετανάστευσης στην Ισπανία, το οποίο είναι πιο εμφανές στη Μαδρίτη, είναι δυνητικά εύφλεκτο για την αγορά κατοικίας. Ανησυχεί ότι δεν υπάρχουν αρκετές προσιτές κατοικίες για αρχή. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ εξετάζει το ενδεχόμενο του ελέγχου στις τιμές των ακινήτων για την αντιμετώπιση του ζητήματος, εντούτοις οι επικίνδυνοι σπόροι της διχόνοιας έχουν ήδη φυτευτεί. Το αν μεγαλώσουν είναι μια άλλη ιστορία. Το αντιμεταναστευτικό κλίμα πρωταγωνιστεί στις πολιτικές παρυφές της Ισπανίας. Η άφιξη Αφρικανών μεταναστών μέσω της Θέουτα, της αυτόνομης ισπανικής περιοχής που συνορεύει με το Μαρόκο πέρα από τα στενά του Γιβραλτάρ, αποτελεί επίσης ένα μακροχρόνιο σημείο αντιπαράθεσης στις τάξεις του δεξιού πολιτικού χώρου. Καταλήγοντας, η αρθρογράφος του Bloomberg, αναφέρει ότι αν περπατήσει κάποιος στη Μαδρίτη μπορεί εύκολα να καταλάβει ότι είναι μια πολύ ελκυστική για όσους έχουν οικονομική άνεση. Αυτό που δεν είναι προφανές, είναι το πώς θα διατηρηθεί ελκυστική και για τους περισσότερους Ισπανούς. Πηγή: economistas.gr