businewss.gr

Lucile Peytavin: «Στη Γαλλία η ανδρική βία στοιχίζει 95,2 δισ. ευρώ ετησίως»

Η Γαλλίδα ιστορικός που εκπόνησε έρευνα για τα πραγματικά κόστη της τοξικής αρρενωπότητας στις οικονομίες των κρατών μιλά αποκλειστικά στη LiFO και αποκαλύπτει στοιχεία της έρευνάς της. Η Γαλλίδα ιστορικός που εκπόνησε έρευνα για τα πραγματικά κόστη της τοξικής αρρενωπότητας στις οικονομίες των κρατών μιλά αποκλειστικά στη LiFO και αποκαλύπτει στοιχεία της έρευνάς της. υνηθίζουμε να μιλάμε για την «τοξική αρρενωπότητα» και τις άγριες, ανυπολόγιστες ζημιές της στη ζωή γυναικών, ανδρών και παιδιών, όμως σχεδόν ποτέ δεν συζητάμε για το πραγματικό κόστος του machismo σε επίπεδο κρατικής οικονομίας. Κι όμως, αν τεθούν κυνικά, στη γλώσσα των αριθμών, τα έξοδα που προκαλεί ο «ανδρισμός» στις κυβερνήσεις και στα κρατικά ταμεία των χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο, μακριά από συναισθηματισμούς και εκκλήσεις, ίσως αλλάξει άρδην ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η εκάστοτε διακυβέρνηση τα επίχειρα των γυναικοκτονιών, των βιασμών, των εγκλημάτων έμφυλης βίας, της κάθε ακραίας πράξης που προκαλείται από άνδρες επειδή θίχθηκε ο ανδρισμός τους. Υπό αυτό το πρίσμα λειτούργησε και η Γαλλίδα ιστορικός Lucile Peytavin, η οποία υπογράφει το εξαιρετικά ενδιαφέρον «Le coût de la virilité» («Το κόστος του ανδρισμού: μια δαπανηρή ιστορία»). Η ίδια, με την πολλαπλή ιδιότητα της ιστορικού, ερευνήτριας και μέλους του Παρατηρητηρίου για την Οικονομική Ενδυνάμωση των Γυναικών του Ιδρύματος των Γυναικών της Γαλλίας, καταγράφει ενδελεχώς τα άμεσα κόστη που η «τοξική αρρενωπότητα» προκαλεί στο κράτος, το οποίο δαπανά δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για να ανταποκριθεί στη σωματική και ψυχολογική ταλαιπωρία των θυμάτων έμφυλης βίας, υφίσταται απώλειες παραγωγικότητας και καταστροφές περιουσίας και κυρίως θρηνεί ανθρώπινες ζωές. Ωστόσο, και αυτή η πραγματικότητα –η οικονομική προέκταση της έμφυλης βίας– παραβλέπεται σχεδόν πάντα, όπως όλα όσα την αφορούν και τη συνοδεύουν. Νομίζω ότι ο φεμινισμός επωφελείται από τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων και τον καθοριστικό ρόλο που αυτά διαδραματίζουν στην ευαισθητοποίηση του κοινού, και δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε τόσο δημοφιλής. Η Peytavin με επιμονή, συνέπεια και υποδειγματική ακρίβεια συνέλεξε στοιχεία που αποδεικνύουν όσα υποψιαζόμασταν εδώ και καιρό: στη συντριπτική πλειονότητά τους οι τρόφιμοι των φυλακών είναι άνδρες. Τα σοβαρότερα και πιο κοστοβόρα –για τις οικονομίες των κρατών– εγκλήματα έχουν διαπραχθεί από άνδρες. Ολόκληρες κοινωνίες επενδύουν σε στρατηγικές αποτροπής εγκλημάτων και προτροπής σε πολέμους που διαπράττονται και αποφασίζονται από άνδρες. Με αφορμή τη θεματική του βιβλίου της που έχει προσελκύσει παγκόσμιο ενδιαφέρον και έχει δώσει αφορμή για ομιλίες και διαλέξεις, η Peytavin συμμετέχει φέτος στο 2ο Φεστιβάλ Φιλοσοφίας του Γαλλικού Ινστιτούτου που διεξάγεται στις 26 και 27 Μαΐου και επικεντρώνεται στις «Μεταμορφώσεις του Θηλυκού και του Αρσενικού». Στη LiFO μιλά αποκλειστικά για την έμπνευση πίσω από την έρευνα, για τον φεμινισμό στη μετά #MeToo εποχή και για το κατά πόσο το ανδρικό κοινό που την παρακολουθεί μπορεί, αν όχι να ασπαστεί το αίτημα για κατάργηση των έμφυλων διακρίσεων, τουλάχιστον να κατανοήσει το «γιατί» και το «πώς» το πατριαρχικό αφήγημα και η συστημική πατριαρχική διοίκηση ζημιώνει, τελικά, και το ταμείο του (εκάστοτε) έθνους. — Πώς γεννήθηκε η κεντρική ιδέα για το βιβλίο σας και τι ακριβώς θέλατε να αποδείξετε μέσα από αυτή την πρωτότυπη έρευνα;Όλα ξεκίνησαν όταν ανακάλυψα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων στις φυλακές της Γαλλίας είναι άνδρες, σε ποσοστό 96,3%. Με λίγα λόγια, οι φυλακές είναι γεμάτες από άνδρες. Αντίστοιχα ποσοστά καταγράφονται σε όλες τις χώρες του κόσμου. Τα στοιχεία είναι αδιαμφισβήτητα: οι άνδρες εμπλέκονται στην πλειοψηφία των αδικημάτων και εγκλημάτων, και ειδικότερα στα πιο σοβαρά. Στην Ευρώπη, οι άνδρες αποτελούν το 95% των κρατουμένων, το 83% των κατηγορουμένων από τη δικαιοσύνη, το 85% των καταδικασθέντων από τα δικαστήρια, το 95% των καταδικασθέντων για φόνο, το 99% των καταδικασθέντων για βιασμό, το 99% των καταδικασθέντων για σεξουαλική επίθεση και το 76% των φερόμενων ως υπαιτίων θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων (Eurostat). Ανακαλύπτοντας όλα αυτά, συνειδητοποίησα ότι τα υπουργεία Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, οι υπηρεσίες ασφαλείας και οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης διοικούνται κυρίως από άνδρες… με τους φόρους μας! Υπολόγισα, λοιπόν, πόσα χρήματα θα εξοικονομούσε η Γαλλία αν οι άνδρες συμπεριφέρονταν όπως οι γυναίκες, δηλαδή αν διέπρατταν εξίσου λίγες παραβάσεις και εγκλήματα όσο οι γυναίκες: οι γυναίκες εμπλέκονται στο 17% των υποθέσεων που φθάνουν στα δικαστήρια της Γαλλίας. Και κατέληξα σε ένα συνολικό ποσό που αγγίζει τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως (συγκεκριμένα τα 95,2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως) σε άμεσο κόστος (για τις κρατικές υπηρεσίες) και έμμεσο κόστος (για την κοινωνία). Η καταμέτρηση αυτή επιτρέπει την αντικειμενική εκτίμηση των συνεπειών της ανδρικής κυριαρχίας, την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και των πολιτικών για την επείγουσα δράση που απαιτείται. — Καθώς δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στα ελληνικά, μπορείτε να μας δώσετε μερικά από τα ενδιαφέροντα στοιχεία που κυκλοφορούν στον γαλλικό Τύπο και αφορούν στον τρόπο με τον οποίο το έμφυλο ζήτημα κατευθύνει και ενίοτε απομυζά την οικονομία των κρατών;Η έρευνά μου βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των μέσων ενημέρωσης της Γαλλίας. Εδώ και δύο χρόνια, ταξιδεύω σε όλη τη Γαλλία δίνοντας διαλέξεις για το ευρύ κοινό (σε εταιρείες, φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, σχολεία κ.λπ.). Σήμερα, γίνομαι δεκτή από πολιτικούς ηγέτες. Είναι αξιοσημείωτη η απόφαση της Αρχής Οδικής Ασφάλειας να αναφερθεί στην έννοια του ανδρισμού στο πλαίσιο της πρώτης εκστρατείας για την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων (στη Γαλλία, οι άνδρες αποτελούν το 84% των υπαιτίων θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων και το 78% των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων). Το ανδρικό φύλο αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του προφίλ των παραβατών του ΚΟΚ (και όλων των άλλων παραβατών), το οποίο δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη μέχρι σήμερα από τον πολιτικό σχεδιασμό. — Αν σας ζητούσα να αξιολογήσετε τη φάση στην οποία βρίσκεται αυτήν τη στιγμή ο φεμινισμός, τι θα μου λέγατε; Αντιμετωπίζουμε κρίση φεμινιστικής συνείδησης ή αγωνιζόμαστε όσο άγρια και μαχητικά απαιτούν τα έμφυλα προβλήματα της εποχής;Νομίζω ότι ο φεμινισμός επωφελείται από τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων και τον καθοριστικό ρόλο που αυτά διαδραματίζουν στην ευαισθητοποίηση του κοινού, και δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε τόσο δημοφιλής. Ο φεμινισμός δεν αποτελεί πλέον (ή σχεδόν) «κακιά» λέξη – μην ξεχνάμε ότι ο φεμινισμός είναι ένα κίνημα που απλώς αγωνίζεται για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ο φεμινισμός καταπιάνεται με νέα θέματα, όπως αυτό της σχέσης των γυναικών με το χρήμα (στη Γαλλία, για παράδειγμα, συζητιούνται όλο και περισσότερο θέματα ισότητας και φορολογίας). Ωστόσο, με

Ν. Βέττας: Όχι μόνο επενδύσεις σε ακίνητα, η Ελλάδα χρειάζεται εργοστάσια

Οι επενδύσεις αυξάνονται αλλά είναι κυρίως σε ακίνητα – κατασκευές και μηχανολογικό εξοπλισμό. Η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να στηρίξει την επόμενη μέρα της μόνο σε αυτά, όπως έκανε στα τέλη του 2000. Από εργοστάσια έχει ανάγκη. Από επενδύσεις που θα την εντάξουν στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, μόνο έτσι θα καλύψουμε το τεράστιο «επενδυτικό μας κενό», λέει στο Liberal ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας. Με αφορμή την τριμηνιαία έκθεση για την ελληνική οικονομία που παρουσίασε χθες, ο κ. Βέττας μιλά για την κατεπείγουσα ανάγκη ενός νέου υποδείγματος στις επενδύσεις, μακριά από την εμπειρία του 2008 όπου τα 2/3 αφορούσαν την κατοικία, και για την ανάγκη επιτέλους να κάνουμε το μεγάλο βήμα στη μεταποίηση, σε μια σειρά από κλάδους, από την ενέργεια και την εξόρυξη στα φάρμακα και τα τρόφιμα. Και μπορεί το Ταμείο Ανάκαμψης να είναι προσανατολισμένο στην υποβοήθηση τέτοιων επενδύσεων αλλά δεν φτάνει από μόνο του. Απαιτείται πρόσβαση σε εργατικό δυναμικό με υψηλή κατάρτιση και δεξιότητες. Εξηγεί επίσης πώς συνδέονται οι επενδύσεις με τη μάχη κατά της ακρίβειας, γιατί είναι τόσο δύσκολη μια ακόμη πιο γρήγορη μείωση της ανεργίας για παράδειγμα στο 7%-8%, καθώς επίσης γιατί η τρέχουσα διετία αποτελεί τη μεγάλη μας ευκαιρία. Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη Ποια η γνώμη σας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας σήμερα; Οι πρόσφατες διαδοχικές εισαγόμενες κρίσεις, της πανδημίας, στις αγορές ενέργειας και o έντονος πληθωρισμός, οδήγησαν σε έντονη μεταβλητότητα. Η μεγάλη εικόνα, όμως, είναι πως η ελληνική οικονομία σταδιακά ολοκληρώνει έναν ισχυρό κύκλο ανάκαμψης, που επουλώνει πολλές από τις πληγές της δεκαετούς κρίσης χρέους, επαναφέροντας την προς σε μια «κανονικότητα». Βλέπετε δηλαδή όλο και περισσότερο μια σειρά από κρίσιμους δείκτες να επιστρέφουν στα επίπεδα του 2008; Το ΑΕΠ μας αυξάνεται ταχύτερα από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, μαζί με συστηματική αποκλιμάκωση της ανεργίας και αύξηση των επενδύσεων. Το οικονομικό κλίμα είναι σε υψηλό επίπεδο 15ετίας. Η ανάκτηση επενδυτικής βαθμίδας, 13 έτη μετά την απώλειά της, εμπεδώνει την πρόοδο που έχει συντελεστεί, το spread χρηματοδότησης του ελληνικού δημοσίου σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες μειώνεται, πέρυσι η άνοδος στο Χρηματιστήριο Αθηνών ήταν πολύ ισχυρή και οι τιμές των ακινήτων σε πολλές περιοχές βρίσκονται κοντά στα επίπεδα πριν από τη δεκαετή κρίση. Εφόσον λοιπόν πατάμε πλέον σε σταθερό έδαφος, ποιο πρέπει να είναι το επόμενο βήμα; Τα τελευταία χρόνια πράγματι έχουν επαναφέρει την οικονομία σε πιο σταθερό έδαφος. Το πώς όμως θα εξελιχθεί στη συνέχεια εξαρτάται από κρίσιμες επιλογές. Βραχυχρόνια, από τον ρυθμό αύξησης των επενδύσεων: Για φέτος, εάν οι επενδύσεις δεν αυξηθούν με διψήφιο ποσοστό, δύσκολα η οικονομία θα αποφύγει την επιβράδυνση. Μεσοπρόθεσμα, σταθερή ανάπτυξη είναι αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς βελτίωση των δομικών χαρακτηριστικών της οικονομίας. Οι επενδύσεις αυξάνονται αλλά είναι σε ακίνητα – κατασκευές και μηχανολογικό εξοπλισμό. Ξανά το ίδιο αναπτυξιακό μοντέλο προηγούμενων δεκαετιών; Χωρίς σημαντική αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων από επιχειρήσεις οι επενδύσεις στο σύνολο τους δεν θα πλησιάσουν καν το 20% του ΑΕΠ, που είναι αναγκαίο για να στηρίξει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Πριν το 2008, το ποσοστό των επενδύσεων στην οικονομία ήταν σαφώς υψηλότερο και από αυτό και κοντά στους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, όμως τότε περίπου τα 2/3 των επενδύσεων αφορούσαν κατοικία, κάτι που μπορεί να ενίσχυε τα εισοδήματα και την απασχόληση, όχι όμως και την ανταγωνιστικότητα. Σήμερα, είναι σίγουρα επιθυμητό να έχουμε αύξηση των επενδύσεων στην κατοικία, καθώς η αγορά ήταν παγωμένη για πολλά χρόνια, όμως δεν χρειαζόμαστε τόσα πολλά νέα σπίτια όπως παλαιότερα, άλλωστε και ο πληθυσμός συρρικνώνεται. Ενώ οι επενδύσεις στην κατοικία είναι σημαντικές, ούτε πρέπει, ούτε μπορεί να είναι τόσο μεγάλο κομμάτι των συνολικών επενδύσεων όσο παλιά. Σήμερα υπάρχει πρωτίστως ανάγκη για επενδύσεις που ενσωματώνουν τεχνολογία και θα βάζουν την Ελλάδα στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας μεσο-μακροπρόθεσμα σε μια σειρά από κλάδους, από την ενέργεια και την εξόρυξη στα φάρμακα και τα τρόφιμα. Μπορούμε όμως πράγματι να μπούμε στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας; Πότε δηλαδή θα δούμε επένδυση σε ένα μεγάλο εργοστάσιο στην Ελλάδα; Αν και έχει υπάρξει πρόοδος τα τελευταία χρόνια, υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση από τους στόχους που πρέπει να έχουμε. Το κλειδί είναι ότι οι επενδύσεις που χρειάζονται δεν έχουν βραχυχρόνιο αλλά μακροχρόνιο ορίζοντα. Άρα προϋποθέτουν ένα ελάχιστο επίπεδο σταθερότητας, τόσο στο μακροοικονομικό και δημοσιονομικό πλαίσιο της οικονομίας, όσο και ρυθμιστικά. Επίσης απαιτείται πρόσβαση σε εργατικό δυναμικό που να έχει υψηλή κατάρτιση και δεξιότητες. Το Ταμείο Ανάκαμψης είναι προσανατολισμένο στην υποβοήθηση τέτοιων επενδύσεων αλλά δεν φτάνει από μόνο του. Πώς συνδέονται οι επενδύσεις με τη μάχη κατά της ακρίβειας; Αν και φαίνονται διαφορετικοί, αυτοί οι δυο στόχοι σχετίζονται στενά και εξαρτώνται από την καλύτερη λειτουργία των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών. Η αύξηση των επενδύσεων από νέες ή ήδη υφιστάμενες επιχειρήσεις προϋποθέτει περαιτέρω απλούστευση του ρυθμιστικού πλαισίου και κυρίως σταθερότητα. Με περισσότερες επενδύσεις και ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, θα ενισχυθούν όχι μόνο η απασχόληση και οι αμοιβές, αλλά και ο εγχώριος ανταγωνισμός που είναι προϋπόθεση ώστε οι τιμές να διατηρούνται χαμηλά. Μπορεί να δούμε μια ακόμη πιο γρήγορη μείωση της ανεργίας; Ενώ η μείωση της ανεργίας προς το 10% τα τελευταία χρόνια ήταν συνεχής και σχετικά γρήγορη, η περαιτέρω μείωσή της σε επίπεδα κάτω και από αυτά που υπήρχαν πριν από την κρίση χρέους, ας πούμε προς το 6 ή 7% δεν θα είναι καθόλου εύκολη. Εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, μια σχέση όπου καταγράφονται σημαντικές αναντιστοιχίες. Συνυπολογίζοντας και την αρνητική δημογραφική τάση, το πιθανότερο είναι πως τα επόμενα χρόνια θα υπάρχει και σχετικά υψηλή ανεργία αλλά και έλλειψη εργασίας, τουλάχιστον σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, εξειδικευμένης αλλά και ανειδίκευτης. Αυτό βέβαια σημαίνει πως πρέπει να ληφθούν μέτρα ενίσχυσης της εργασίας ώστε να αμβλυνθεί το πρόβλημα. Σας έχω ακούσει να λέτε ότι η τρέχουσα διετία αποτελεί τη μεγάλη μας ευκαιρία. Γιατί; Αν στο σημερινό παράθυρο ευκαιρίας δεν δρομολογηθεί η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, με προσέλκυση κεφαλαίου και εργασίας καθώς και διευκόλυνση της ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών, τότε η οικονομία μας πιθανότατα θα αποδειχθεί ευάλωτη σε νέες επόμενες κρίσεις. Αυτή η ευκαιρία εντοπίζεται στη τρέχουσα διετία. Σήμερα υπάρχει μια βάση σταθερότητας και πρόσβαση σε χρηματοδότηση ώστε να δρομολογηθούν και να υποστηριχθούν οι αναγκαίες αλλαγές. Πηγή: liberal.gr

Χρήστος Μαρκογιαννάκης: «Στη Γαλλία είμαι δημιουργικά ελεύθερος, στην Ελλάδα όχι»

Τα νουάρ μυθιστορήματά του είναι από τα πιο αγαπημένα του γαλλικού αναγνωστικού κοινού: Ο βραβευμένος συγγραφέας και σύγχρονος μετρ του είδους σε μια συζήτηση για το «τέλειο έγκλημα» στη ζωή και στη λογοτεχνία. ΟΤΑΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ πρώτο του βιβλίο «Σκηνικά εγκλήματος στο Λούβρο» («Scènes de crime au Louvre») ο γαλλικός Τύπος έγραψε «όπως στην κλεμμένη επιστολή του Πόε, το θέμα βρισκόταν μπρος στα μάτια μας και δεν το βλέπαμε», αποδίδοντάς του τα εύσημα για την έμπνευσή του σε ό,τι είχε να κάνει με το έγκλημα στην τέχνη. Αλλά ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης δεν έμεινε σε αυτό, σκαρφίστηκε τον όρο Criminart, έγραψε και ένα βιβλίο για το Ορσέ και εν τέλει μεταπήδησε στη συγγραφή νουάρ μυθιστορημάτων για να γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους των Γάλλων αναγνωστών. Εγκαταστημένος εδώ και αρκετά χρόνια στο Παρίσι, έχοντας εγκαταλείψει μια πολλά υποσχόμενη καριέρα δικηγόρου στο Ηράκλειο Κρήτης, πλάθει εγκλήματα και δολοφονίες με φόντο μια Ελλάδα όχι απαραίτητα αναγνωρίσιμη. Κι αν τα αστυνομικά του μυθιστορήματα τα γράφει στα ελληνικά, το γαλλικό κοινό είναι το πρώτο που τα διαβάζει από μετάφραση. Έχοντας κερδίσει το Prix Méditerranée du polar 2023 (βραβείο Méditerranée αστυνομικού μυθιστορήματος 2023) θεωρείται πλέον από τους σύγχρονους μετρ του είδους διεθνώς. «Όλα αλλάζουν και εξελίσσονται μέσα στον χρόνο, οι κοινωνίες, οι μέθοδοι της αστυνομίας κ.ο.κ., αλλά το γιατί κάποιος σκοτώνει παραμένει πάντα το ίδιο. Από την αρχαιότητα έως σήμερα σκοτώνουμε για τους ίδιους λόγους». Το τελευταίο του βιβλίο όμως με τον τίτλο «Omero», με την Κάλλας και τον Ωνάση στο εξώφυλλο, μάς έκανε να αναρωτηθούμε πού τον οδήγησε η φαντασία του αυτήν τη φορά. Η συνέντευξη που ακολουθεί φωτίζει πλευρές του εγκλήματος στη ζωή και στη λογοτεχνία αλλά και την αμφιλεγόμενη θεωρία πίσω από τον «Όμηρο» που κυκλοφορεί αποκλειστικά στα γαλλικά. — Πώς προέκυψε ο όρος Criminart;Είναι ένας συνδυασμός των δύο θεμάτων με τα οποία μου αρέσει να ασχολούμαι. Το έγκλημα, που με ενδιαφέρει επαγγελματικά αλλά και λόγω σπουδών, και την τέχνη. Η αφορμή μού δόθηκε το 2010 όταν επισκέφθηκα την έκθεση του Μουσείου Ορσέ στο Παρίσι «Έγκλημα και τιμωρία». Είχε από πίνακες με αναπαραστάσεις εγκλημάτων μέχρι μία γκιλοτίνα του 18ου αιώνα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι μπορούσα να αναμείξω τα δύο μου ενδιαφέροντα συνδυάζοντας τη σκοτεινή, καταστροφική πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, το έγκλημα, με τη φωτεινή και δημιουργική που είναι η τέχνη. Κι έτσι επινόησα τον όρο Criminart, με τον οποίο δεν εννοώ μόνο το έγκλημα στην τέχνη αλλά και το έγκλημα ως μία εκ των καλών τεχνών. Αυτό δεν το έβγαλα από το μυαλό μου, το δανείστηκα από τον Τόμας ντε Κουίνσι, τον Βρετανό φιλόσοφο και δοκιμιογράφο του 19ου αιώνα, ο οποίος μας ωθεί να θεωρήσουμε τη δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών. Εξηγεί ότι φυσικά πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποτρέψουμε την πράξη και να συλλάβουμε τον δολοφόνο, αλλά εφόσον έχει ήδη τελεστεί, μπορούμε να τη δούμε από καθαρά και αποκλειστικά αισθητική σκοπιά. — Παραβλέποντας τελείως την ουμανιστική σκοπιά;Αυτή την πλευρά την παραβλέπει τελείως. Όπως άλλωστε και την ηθική και νομική σκοπιά, αφήνοντας τες στους ιερείς και τους δικαστές. — Στον 21ο αιώνα δεν γίνεται να την παραβλέψεις.Εκείνος όμως έζησε τον 19ο αιώνα, με το έγκλημα τόσο στην Αγγλία όσο και στη Γαλλία να αποτελεί αντικείμενο μελέτης και καλλιτεχνικής έμπνευσης. Στη Γαλλία, μετά την επανάσταση, οι δίκες γίνονται προσβάσιμες σε όλους, και πλέον γίνεται αντιληπτό πως αυτοί που σκοτώνουν δεν είναι κάποια τερατόμορφα όντα ή μυθικοί ήρωες αλλά άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Το πάθος για το έγκλημα εκδηλώνεται παντού. Όλοι οι μεγάλοι ζωγράφοι από διαφορετικές σχολές ασχολούνται με το θέμα, από τον Ανγκρ και τον Ντελακρουά ως τον Σεζάν, καθώς και μεγάλοι συγγραφείς όπως ο Ουγκό και ο Ζολά. Παράλληλα, έχουμε τη γέννηση της Εγκληματολογίας στην Ιταλία από τον Τσεζάρε Λομπρόζο, ενώ στη Γαλλία γεννάται αυτό που θα εξελιχθεί αργότερα στο σημερινό CSI, με τη νέα μέθοδο λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων, την ανθρωπομετρία και τη φωτογραφία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είδα κι εγώ το έγκλημα ως αντικείμενο αισθητικής και ανέπτυξα αυτήν τη θεωρία του Ντε Κουίνσι που μας λέει ότι ο μόνος που μπορεί να απολαύσει το έγκλημα από αισθητικής πλευράς είναι ο μάρτυρας. Δεν θα μπορούσε να είναι ούτε το θύμα ούτε ο δράστης, επάνω από το κεφάλι του οποίου κρέμεται η δαμόκλειος σπάθη της τιμωρίας. Ο μάρτυρας είναι ηθικά και σωματικά ασφαλής ώστε να ευχαριστηθεί το «ωραίο σόου ενός μακάβριου θέματος». — Αν υπάρχει μάρτυρας.Στα βιβλία μου υπάρχει. Παίρνω τους αναγνώστες από το χέρι στα δύο μεγάλα γαλλικά μουσεία, το Λούβρο και το Ορσέ, τους χρίζω μάρτυρες μπροστά σε πίνακες, γλυπτά και αμφορείς που αναπαριστούν μυθικές, βιβλικές και ιστορικές δολοφονίες και αναλύω μαζί τους αυτό που βλέπουμε. — Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου πίνακες;Θα έλεγα η «Η Μήδεια εν εξάλλω» του Ευγένιου Ντελακρουά στο Λούβρο που αναπαριστά το χρονικό σημείο όπου ο αρχικός μύθος συναντάει τον Ευριπίδη. Στην αρχική εκδοχή του μύθου, ή σε μία από αυτές σε κάθε περίπτωση, επειδή η Μήδεια σκότωσε τη Γλαύκη και τον βασιλιά πατέρα της στέλνοντας το δηλητηριασμένο φόρεμα και την κορόνα, οι Κορίνθιοι παίρνουν εκδίκηση δολοφονώντας τα παιδιά της. Ο Ευριπίδης όχι μόνο άλλαξε την κατάληξη του μύθου το 431 π.Χ., με τη μάνα να σκοτώνει τα παιδιά της, αλλά στο τέλος βάζει την Αθήνα να υποδέχεται μια «βάρβαρη» παιδοκτόνο, κάτι που σόκαρε τους Αθηναίους. Για τον Ευριπίδη όμως η Μήδεια δεν δρα ως ζηλόφθονη εκδικητική σύζυγος αλλά ως όργανο της Νέμεσης, της τιμωρίας των θεών, στους οποίους ο Ιάσονας είχε δώσει όρκο ότι θα την αγαπάει για πάντα, όρκο τον οποίο καταπάτησε. Ένα άλλο αγαπημένο μου έργο στο Λούβρο, το οποίο αποτελεί τον ορισμό ενός σκηνικού εγκλήματος, είναι «Ο θάνατος του Μαρά» του Νταβίντ. Στο μουσείο αυτό βρίσκουμε και αρχαίους ελληνικούς αμφορείς με μυθολογικούς φόνους, ενώ αντίστοιχα στο Ορσέ υπάρχουν αγαπημένα έργα από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, του Καρπό, του Μορό, του Σεζάν. Με τον αναγνώστη, λοιπόν, αναζητούμε τον δολοφόνο, το θύμα, το κίνητρο και εν τέλει την αλήθεια μέσα σε κάθε έργο τέχνης, εντός του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου του δημιουργού αλλά και της πράξης. Αυτό ονόμασα Criminart. — Πέρα από τη ζωγραφική αναπαράσταση, πότε

Κ. Σαραβάκος: Το συνταξιοδοτικό δεν λύνεται με «παυσίπονα»

Την επιτακτική ανάγκη της αλλαγής παραδείγματος σε ό,τι αφορά το συνταξιοδοτικό, με μια γενναία ανάπτυξη του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στο ασφαλιστικό σύστημα, υπογραμμίζει ο Συντονιστής Ερευνητικών Προγραμμάτων του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) Κωνσταντίνος Σαραβάκος, σε συνέντευξή του στο Liberal και τον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο. Με αφορμή την ενδιαφέρουσα έρευνα που παρουσίασε το ΚΕΦίΜ τη Δευτέρα (22/1), σύμφωνα με την οποία η έλλειψη κεφαλαιοποιητικού συστήματος κοστίζει 770 ευρώ ετησίως σε κάθε Ελληνίδα και Έλληνα, ο κ. Σαραβάκος αναλύει την παθογένεια και τις στρεβλώσεις του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Υπογραμμίζει δε, πως όσο η χώρα επιμένει στη διατήρηση του αναδιανεμητικού χαρακτήρα σε ό,τι αφορά τις συντάξεις, τόσο θα επιβαρύνονται οι γενιές των εργαζομένων, ενώ παράλληλα θα συντηρείται ένα αντιαναπτυξιακό σύστημα που θα εξακολουθεί να συνιστά άχθος και για τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Κύριε Σαραβάκο, στην έρευνα που δημοσίευσε το ΚΕΦίΜ για το συνταξιοδοτικό υπογραμμίζεται ότι καθένας μας χάνει 700 ευρώ το χρόνο. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Αυτό σημαίνει ότι στο σύνολο της οικονομίας, εάν είχαμε μια ανάπτυξη του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στο ασφαλιστικό σύστημα περίπου στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, αυτό θα μας έβαζε περισσότερο στο εθνικό εισόδημα, στο ΑΕΠ, 700 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό, εάν το διαιρέσουμε με το σύνολο του πληθυσμού (σ.σ. 10 εκατ. πολίτες), τότε η κατά κεφαλήν απώλεια αυτού του εισοδήματος αντιστοιχεί σε 700 ευρώ για τον καθένα μας. Στη μελέτη επισημαίνεται ότι παρά τις πολλαπλές μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό – έχουν γίνει αρκετές – ο κεφαλαιοποιητικός πυλώνας παραμένει «αναιμικός». Τι συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη και γιατί είναι σημαντικό να αναπτυχθεί ο κεφαλαιοποιητικός πυλώνας και να αντικαταστήσει τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του συνταξιοδοτικού συστήματος στην Ελλάδα; Και σας αναφέρω πριν μου απαντήσετε ένα παράδειγμα πρόσφατο: Είχαμε την περασμένη εβδομάδα την ανακοίνωση ότι επίκειται η αποκρατικοποίηση του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος», στην οποία συμμετέχει ένα επενδυτικό ταμείο από τον Καναδά το οποίο είναι ασφαλιστικό κιόλας και ουσιαστικά θα αποκομίσει μεγάλα κέρδη από τα μερίσματα. Να ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι όντως έχει τροποποιηθεί πάρα πολλές φορές την τελευταία δεκαετία το ασφαλιστικό σύστημα, προσπαθώντας να εισάγει ορισμένα χαρακτηριστικά κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα, αλλά δεν το έχει καταφέρει. Γιατί δεν το έχει καταφέρει, αρχικά; Γιατί όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις έδιναν ένα «παυσίπονο» στην «ασθένεια» και δεν τη γιάτρευαν. Η ασθένεια εδώ πέρα ήταν το κόστος μετάβασης. Δηλαδή, μια μετάβαση σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα έχει το ρίσκο το ποιος θα πληρώσει τις συντάξεις σήμερα. Εμένα, που είμαι νέος ασφαλισμένος, οι εισφορές μου πηγαίνουν σε ένα κουμπαρά για το δικό μου μέλλον, αλλά δεν θα μπορούν την ίδια στιγμή να πληρώνουν τις συντάξεις του πατέρα μου. Άρα, ποιος θα πλήρωνε το κόστος; Ή θα το πλήρωνα εγώ γιατί ο κουμπαράς μου στο μέλλον δεν θα συσσώρευε τις εισφορές μου, ή θα τις πλήρωνε ο πατέρας μου που είναι συνταξιούχος και αυτή τη στιγμή θα είχε μια πολύ μεγάλη απώλεια εισοδήματος. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που η μετάβαση στο συνταξιοδοτικό σύστημα αργεί και χρειάζεται χρόνο. Γι’ αυτό χρειάζεται και έναν σχεδιασμό. Δηλαδή, αν το είχαμε σχεδιάσει την προηγούμενη δεκαετία και με μία ήπια προσαρμογή, όπως θα λέγαμε, κατευθυνόμασταν προς το μέλλον θα ήταν πιο εύκολο να γίνει. Οπότε εδώ έχουμε να κάνουμε με την αιτία και τα «παυσίπονα» που της δίνουμε για να περάσει. Γιατί θα πρέπει να πάμε στο κεφαλιαοποιητικό σύστημα; Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι, ο πρώτος είναι, και μέσα από την έρευνα και μέσα από τα στοιχεία που μας δίνει ο ΟΟΣΑ, ότι και οι χώρες του ΟΟΣΑ, οι αναπτυγμένες οικονομίες και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κερδίζουν από το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Δηλαδή, υπάρχουν κεφάλαια σαν αποταμιεύσεις, τα οποία διαχειρίζονται τα ασφαλιστικά ταμεία. Υπάρχουν διαφορετικού επιπέδου ασφαλιστικά ταμεία που μπορείς να βασίσεις τις εισφορές σου, χαμηλό ρίσκο – χαμηλή απόδοση ή υψηλό ρίσκο – υψηλή απόδοση, φυσικά και μέτρια. Για παράδειγμα, οι χώρες που θαυμάζουμε για το κοινωνικό τους κράτος, όπως η Σουηδία, έχει ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα, όπως και η Δανία. Άρα, η φιλοσοφία των ασφαλιστικών ταμείων είναι να πάρουν τις αποταμιεύσεις που δημιουργούνται από τις ασφαλιστικές εισφορές και να τις επενδύσουν. Αυτό τι κάνει; Επειδή δημιουργεί επενδύσεις αυξάνει το εισόδημα τώρα, όπως βλέπουμε και στην έρευνα. Δηλαδή το αυξάνει κατά 3 ως 4% του ΑΕΠ, ως μέσον όρο, και στο μέλλον, φυσικά, δίνει μια πολύ καλύτερη επιστροφή στους μελλοντικούς συνταξιούχους. Άρα ως σύστημα, παρόλο που έχει απώλειες – δεν θα πω ότι δεν έχει απώλειες – μπορεί για παράδειγμα ένα ασφαλιστικό ταμείο να καταρρεύσει, έχει και αυτές τις πτυχές το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Αλλά, κατά μέσο όρο, σε μακροχρόνια περίοδο, αποδίδει και αποδίδει καλά. Οπότε, είναι ένα πιο αποδοτικό σύστημα και δεδομένων των δημογραφικών εξελίξεων στην Ελλάδα – το προσδόκιμο ζωής ανεβαίνει και για τους άνδρες και τις γυναίκες, άρα και ο αριθμός των συνταξιούχων ανεβαίνει. Δηλαδή, από τα 2,5 εκατομμύρια που ήμαστε το 2009, θα φθάσουμε τα 3 εκατομμύρια, το 2060, περίπου. Άρα, το ένα τρίτο του πληθυσμού θα είναι όχι απλά μεγάλης ηλικίας θα πρέπει να καταβάλει και συντάξεις. Αν το υπόλοιπο ένα τρίτο είναι παιδιά, μας μένει ένα τρίτο του πληθυσμού να χρηματοδοτήσει ολόκληρη την οικονομία. Πώς και με ποιους τρόπους επηρεάζει το δημογραφικό τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος; Αυτός ακριβώς είναι. Είναι ο ενεργός πληθυσμός, ο πληθυσμός, ο οποίος στην πραγματικότητα δουλεύει, προς τον υπόλοιπο πληθυσμό, ο οποίος δεν δουλεύει. Ποιοι δεν δουλεύουν; Οι μαθητές, τα παιδιά, ο άνεργοι και οι συνταξιούχοι. Θα φθάσουμε, λοιπόν, το 2055, περίπου, σε μια αναλογία ένας προς τρεις. Ο ένας, θα πρέπει να παράγει το εισόδημα τριών ατόμων. Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε τρία εκατομμύρια συνταξιούχους. Οι δημογραφικές εξελίξεις, φυσικά, περιλαμβάνουν και τον δείκτη γονιμότητας, ο οποίος δεν θα φέρει νέους εργαζόμενους στην Ελλάδα, καθώς θα μεταβληθεί οριακά από το 1,3 στο 1,5 για τα επόμενα 50 χρόνια, και φυσικά, η καθαρή μετανάστευση ως ποσοστό του πληθυσμού, η οποία υπάρχει αυτή τη στιγμή διαμορφωμένη στην Ευρώπη, δεν θα φέρει επίσης νέους εργαζόμενους. Άρα, στο άμεσο μέλλον, δεν θα έχουμε νέους εργαζόμενους. Θα αυξηθεί το ποσοστό των ανθρώπων που θα πρέπει να συντηρούμε με το εισόδημά μας. Προφανώς, λοιπόν, ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να αποδώσει όπως το αναδιανεμητικό, συνεχώς θα πιέζονται περισσότερο οι εργαζόμενοι με εισφορές.

Χάρης Τζωρτζάκης: «Δεν υπάρχει “Αριστερά by the book”»

Μια συζήτηση χωρίς δίχτυ ασφαλείας με τον ταλαντούχο ηθοποιό που μιλάει πάντα έξω από τα δόντια και παίρνει δημόσια θέση για όλα τα καυτά ζητήματα που μας απασχολούν, ακόμη κι αν το πληρώνει. Της Κατερίνας Αγγελιδάκη Μιλάει πάντα ξεκάθαρα και παίρνει θέση για όλα. Δεν μπορεί να μην το κάνει. Επειτα από 13 χρόνια στον καλλιτεχνικό χώρο ξέρει πια να προχωράει με τους δικούς του όρους, έχοντας μάθει να μη συμβιβάζεται, να μην ωραιοποιεί, να μη στρογγυλεύει την αλήθεια ούτε στον εαυτό του. Είναι πολύ ενεργός στα social media, στις κινητοποιήσεις, τις απεργίες, στο κίνημα MeToo, στα κινήματα αλληλεγγύης. Παθιάζεται, αντιδρά, κερδίζει φίλους, αλλά κάνει και εχθρούς. Ωριμάζοντας προσωπικά και καλλιτεχνικά, επιλέγει έναν πιο ορθολογικό δημόσιο λόγο και στη δουλειά του διαλέγει πλέον ο ίδιος τα επόμενα πρότζεκτ του. Και εμβαθύνει στην τέχνη του θεάτρου μέσα από το ολοκληρωτικό του δόσιμο στη Σχολή Θεάτρου Τεχνών Εκατό στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Εκεί τον συναντήσαμε για μια συζήτηση χωρίς δίχτυ ασφαλείας, όπως πάντα. Θα ήθελα να ξεκινήσουμε με ένα σχόλιο για τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών.Ο μεγάλος νικητής των εκλογών ήταν η αποχή και ο μεγάλος χαμένος η κοινωνία. Είναι εύκολο να κατηγορήσει κάποιος το εκλογικό σώμα. Ακούω και διαβάζω διάφορα. «Δεν ενδιαφέρονται», «καλά να πάθουν», «ας ψηφίζανε». Οσοι ζητούν την ψήφο του λαού οφείλουν να παρουσιάσουν μια πρόταση για καλύτερη διοίκηση – διακυβέρνηση. Αν η πλειοψηφία της κοινωνίας απέχει από τις εκλογές, είναι χρέος και ιστορική ευθύνη της Αριστεράς να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα που θα εμπνεύσει. Να δώσει όραμα και ελπίδα, όχι να κουνάει το δάχτυλο σε όσους δεν την ψήφισαν. Υποστήριξες δημόσια τον Χάρη Δούκα για τη δεύτερη Κυριακή. Η εικόνα εγκατάλειψης και παρακμής τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν εφιάλτης, όπως και ο «Μεγάλος περίπατος» του Κώστα Μπακογιάννη. Ενα απέραντο, επικίνδυνο εργοτάξιο εκατομμυρίων ευρώ που θα μπουν στις τσέπες κάποιων. Για το τίποτε. Για μια διαπλάτυνση ενός μέτρου πεζοδρομίου. Κανένα δίλημμα δεν είχα να στηρίξω τον Χάρη Δούκα υπό αυτές τις συνθήκες. Πώς αισθάνεσαι με όσα ανατριχιαστικά παρακολουθούμε στη Λωρίδα της Γάζας; Είμαστε στο ίδιο έργο θεατές. Η ακροδεξιά εθνικιστική κυβέρνηση του Ισραήλ, χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την τυφλή βία της φονταμενταλιστικής Χαμάς απέναντι σε αμάχους, ισοπεδώνει για μία ακόμη φορά τη Λωρίδα της Γάζας, σκορπώντας θάνατο στον επί δεκαετίες δοκιμαζόμενο λαό της Παλαιστίνης. Δύο και πλέον εκατομμύρια άνθρωποι σε μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα, αποκλεισμένοι από στεριά και θάλασσα, χωρίς πρόσβαση σε πόσιμο νερό και ηλεκτρισμό, βομβαρδίζονται ανηλεώς μην έχοντας ουδεμία έξοδο διαφυγής. Πρόκειται για ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα πολέμου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και από τα πιο άνισα, καθώς η όποια σύγκριση σε δύναμη πυρός Παλαιστινίων και Ισραηλινών είναι ασύμμετρη. Γιατί αποφάσισες να ασχοληθείς με μια θεατρική σχολή; Δεν έχουμε ήδη αρκετές; Η Τεχνών Εκατό που ίδρυσε ο Λάκης Λαζόπουλος συμπράττει με το Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης όπου μεταστεγάστηκε. Είναι μια επανεκκίνηση της σχολής από τον ερχόμενο Νοέμβριο, με μένα ως διευθυντή και με πολλούς σημαντικούς συνεργάτες. Ενα ισχυρό κίνητρο να ασχοληθώ ήταν ότι η σύμπραξη της σχολής με το ίδρυμα μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο καλλιτεχνικό πόλο στην Αθήνα, ένα φυτώριο ιδεών, αφού στο τέταρτο έτος οι σπουδαστές θα ετοιμάζουν επαγγελματικές παραστάσεις. Πάντα πίστευα ότι αναζητώντας το θέατρο στην ουσία αναζητάς τη δημοκρατία. Είμαι διευθυντής αλλά δεν θεωρώ ότι είμαι αυτός που κατέχει τη γνώση ή ξέρει παραπάνω από τον άλλο. Οι καθηγητές και οι σπουδαστές συνδιαμορφώνουν το πρόγραμμα, η σχέση είναι αμφίδρομη και οι αποφάσεις συλλογικές. Και ο νέος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τα ίδια λέει για τη συνδιαμόρφωση της πολιτικής με τους πολίτες. Πώς σου φαίνεται το «φαινόμενο» Στέφανος Κασσελάκης; Δεν ανήκει στο είδος των πολιτικών που γνωρίζουμε. Πρέπει να σεβόμαστε τις αποφάσεις της δημοκρατίας, να τις κρίνουμε μεν αλλά να τις σεβόμαστε. Υπάρχει πολύ μεγάλη απόγνωση στην κοινωνία με όλα αυτά που συμβαίνουν από ένα κράτος που είναι διαλυμένο και φαίνεται παντού. Εχω την αίσθηση ότι οφείλουμε να δώσουμε την ανοχή μας στη νέα ηγεσία και να περιμένουμε να δούμε ποιο είναι το όραμα του Κασσελάκη και όσων τον πλαισιώνουν. Δεν θέλω να είμαι φοβικός γιατί βλέπω πολύ μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς φοβικό απέναντι στο νέο. Δεν υπάρχει «Αριστερά by the book». «Αν μιλήσουμε για βία, θα πρέπει να πούμε για τη δολοφονία ανθρώπων στα τρένα, για τους πνιγμούς στην Πύλο, για τους νεκρούς στις πυρκαγιές, για τους ανθρώπους που χάνουν τα σπίτια στις πλημμύρες στον Βόλο μέσα σε ένα μήνα δύο φορές» Μπορεί η Αριστερά σήμερα να εμπνεύσει τον κόσμο; Η κοινωνία διψάει για έμπνευση. Ο Κασσελάκης πέτυχε να εκλεγεί πρόεδρος μέσα σε ένα μήνα επειδή ενέπνευσε κάποιους ανθρώπους. Το να κατηγορούμε αυτούς που εμπνεύστηκαν είναι απαράδεκτο. Το να κατηγορούμε κάποιον επειδή ενέπνευσε τον κόσμο είναι χαζό. Αντί να βρίζουμε τους άλλους, γιατί δεν βρίσκουμε εμείς έναν άλλο τρόπο να εμπνεύσουμε με το δικό μας όραμα τους άλλους; Εγώ προσωπικά θαυμάζω όσους κάνουν πράξεις, όπως οι άνθρωποι του Ρουβίκωνα που τρέχουν να προσφέρουν αλληλεγγύη παντού, εμπνέοντας κόσμο να συστρατευτεί μαζί τους για μια άμεση δράση. Καταφεύγουν σε βίαιες πράξεις, θα σου αντιτείνει κάποιος. Είναι μια βία στο πλαίσιο του συμβολισμού. Γιατί αν μιλήσουμε για βία, θα πρέπει να πούμε για τη δολοφονία ανθρώπων στα τρένα, για τους πνιγμούς στην Πύλο που δεν ξέρουμε ακόμη πόσοι είναι, για τους νεκρούς στις πυρκαγιές που ποτέ δεν μάθαμε το συνολικό νούμερο, για τους ανθρώπους που χάνουν τα σπίτια τους στις πλημμύρες στον Βόλο μέσα σε ένα μήνα δύο φορές – και με τα παπαγαλάκια των επιστημόνων να λένε ότι τα φαινόμενα αυτά συμβαίνουν κάθε 16.000 χρόνια. Είναι αστείο να μιλάμε για τη βία του Ρουβίκωνα, αν και διαφωνώ μαζί τους σε πολλά πολιτικά θέματα. Με εμπνέει επίσης ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ που προσπάθησε να κάνει κάτι απέναντι στην εξουσία όταν ήταν κυβέρνηση. Μπήκαν βαθιά σε ένα σύστημα εξουσίας που δεν μπορούσαν να γνωρίζουν και έμειναν καθαροί, δεν λέρωσαν τα χέρια τους, δεν χρηματίστηκαν, είναι θαυμαστό ύστερα από τόσα χρόνια. Να το ρωτήσω λίγο αλλιώς: Τι σημαίνει σήμερα να είναι κάποιος αριστερός; Προσωπικά δεν δηλώνω αριστερός. Προέρχομαι από τον αναρχικό χώρο στο φοιτητικό κίνημα, η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν το Πολυτεχνείο της γενιάς μου. Από