Εγχείρηση κήλης και ανάρρωση: Τι να προσέξει ο ασθενής

Οι κήλες του κοιλιακού τοιχώματος είναι μια κοινή πάθηση και η χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση μιας τέτοιας κήλης είναι μια από τις συχνότερα διενεργούμενες επεμβάσεις στη Γενική Χειρουργική. Οι κήλες μπορεί να εμφανιστούν σε διάφορα σημεία του κοιλιακού τοιχώματος, αλλά οι πιο συνηθισμένοι τύποι είναι η βουβωνοκήλη, που εμφανίζεται στη βουβωνική χώρα, η ομφαλοκήλη, που εντοπίζεται γύρω από τον ομφαλό, και η μετεγχειρητική κήλη, η οποία αναπτύσσεται στο σημείο μιας προηγούμενης χειρουργικής επέμβασης στην κοιλιά (κάτω από μια παλιά ουλή δηλαδή). Από τη στιγμή που τίθεται η διάγνωση μιας κήλης τίθεται και η ένδειξη για χειρουργική αποκατάστασή της, καθώς η συντηρητική αγωγή (δηλαδή αποφυγή άρσης βάρους, αντιμετώπιση χρόνιου βήχα και δυσκοιλιότητας κλπ) συνήθως δεν ανακουφίζει επιτυχώς την συμπτωματολογία, δεν θεραπεύει την κήλη και επιπλέον δεν προστατεύει τον ασθενή από την εμφάνιση περαιτέρω επιπλοκών (περίσφιξη και νέκρωση του περιεχόμενου της κήλης). Αρκετές απορίες υπάρχουν βέβαια ως προς την εγχείρηση κήλης και ιδίως την ανάρρωση που ακολουθεί. Παρακάτω, παρέχεται μια λεπτομερής ανάλυση της διαδικασίας ανάρρωσης μετά από τη συγκεκριμένη χειρουργική επέμβαση. Χειρουργικές τεχνικές αποκατάστασης κηλώνΌσον αφορά την αποκατάσταση κηλών, εφαρμόζονται δύο κύριες τεχνικές, η κλασσικού τύπου «ανοιχτή» χειρουργική επέμβαση και η λαπαροσκοπική χειρουργική επέμβαση. Το «ανοιχτό» χειρουργείο αποτελεί παραδοσιακή τεχνική που περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας μεγαλύτερης τομής απευθείας πάνω από το σημείο της κήλης. Στη συνέχεια, ο ιστός (ενοδκοιλιακό λίπος, έντερο κ.α.) που προβάλλει διαμέσου του χάσματος των κοιλιακών μυών ωθείται πίσω στη φυσιολογική θέση του και η εξασθενημένη περιοχή ενισχύεται, συνηθέστερα με ένα συνθετικό πλέγμα, για να παρέχει πρόσθετη στήριξη και να μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει άμεση πρόσβαση στην κήλη, καθιστώντας την κατάλληλη για πιο σύνθετες κήλες ή κήλες με επιπλοκές (π.χ. περίσφιξη και νέκρωση σπλάχνου) αλλά και σε περιπτώσεις όπου ο ασθενής έχει υποβληθεί σε πολλές επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα και η κατάστασή του δεν επιτρέπει τη λαπαροσκοπική τεχνική. Επίσης, μία μικρή ομφαλοκήλη μπορεί πολλές φορές να αποκατασταθεί πιο εύκολα και γρήγορα με την κλασσική ανοιχτή χειρουργική επέμβαση. Από την άλλη πλευρά, η λαπαροσκοπική αποκατάσταση κήλης με τη μέθοδο ΤΑΡΡ (Trans Abdominal Pre Peritoneal) είναι μια σύγχρονη, ελάχιστα επεμβατική τεχνική. Περιλαμβάνει την πραγματοποίηση 3 μικροσκοπικών τομών μέσω των οποίων εισάγονται 2 ειδικά σχεδιασμένα χειρουργικά εργαλεία και το λαπαροσκόπιο, η κάμερα δηλαδή με την οποία μπορούμε να βλέπουμε στο εσωτερικό της κοιλιάς. Αυτή η μέθοδος επιτρέπει την επιδιόρθωση της κήλης από το εσωτερικό της κοιλιάς τοποθετώντας το πλέγμα κάτω από τις μυϊκές στοιβάδες του κοιλιακού τοιχώματος, αποφεύγοντας τον τραυματισμό των αισθητικών νεύρων της περιοχής. Επιπλέον, δεν χρησιμοποιούνται ράμματα καθώς τα νέας γενιάς πλέγματα έχουν την ιδιότητα να αυτό-καθηλώνονται στην επιθυμητή θέση, με αποτέλεσμα λιγότερο μετεγχειρητικό πόνο και ταχύτερη ανάρρωση. Η λαπαροσκοπική χειρουργική τεχνική είναι ιδιαίτερα επωφελής για ασθενείς με υποτροπιάζουσες κήλες ή για όσους χρειάζονται αμφοτερόπλευρη αποκατάσταση κήλης, καθώς επιτρέπει την αξιολόγηση και αποκατάσταση της κήλης και στις δύο βουβωνικές χώρες μέσα από τις ίδιες 3 μικρές οπές. Και οι δύο τεχνικές χαρακτηρίζονται από υψηλά ποσοστά επιτυχίας και η επιλογή της κατάλληλης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής υγείας του ασθενούς, των χαρακτηριστικών της κήλης και της κρίσης του χειρουργού. Εγχείρηση κήλης και ανάρρωση μετά το ανοιχτό χειρουργείοΑρχικά, η διαδικασία της ανάρρωσης διαφέρει ανάλογα με την τεχνική που έχει εφαρμοστεί, καθώς το μεγάλο μέγεθος της τομής που απαιτεί το «ανοιχτό» χειρουργείο επεκτείνει το χρονικό πλαίσιο της ανάρρωσης. Η επέμβαση, όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις και ανεξάρτητα από τη μέθοδο πραγματοποιείται με γενική αναισθησία, συνεπώς αμέσως μετά το χειρουργείο ο ασθενής μεταφέρεται στην αίθουσα ανάνηψης, όπου παραμένει για λίγη ώρα μέχρι να περάσει πλήρως η επίδραση των αναισθητικών φαρμάκων και να βεβαιωθεί ότι η καρδιοαναπνευστική του λειτουργία έχει επανέλθει στο φυσιολογικό. Συνήθως απαιτείται νοσηλεία μιας ημέρας προκειμένου ο ασθενής να λάβει ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή και αναλγησία, αλλά και να επανέλθουν οι υπόλοιπες σωματικές λειτουργίες (ούρηση, αφόδευση κλπ) στο φυσιολογικό. Τις πρώτες ημέρες μετά την εγχείρηση κήλης η ανάρρωση εστιάζει στη διαχείριση του πόνου, στη φροντίδα της τομής και στην πρόληψη τυχόν επιπλοκών. Οι ασθενείς συνήθως βιώνουν πόνο και ενόχληση στο σημείο της τομής, το οποίο αντιμετωπίζεται μέσω συνταγογραφούμενων αναλγητικών φαρμάκων. Η διαχείριση του πόνου είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για την άνεση αλλά και για τη διευκόλυνση της πρώιμης κινητοποίησης, η οποία είναι απαραίτητη για την πρόληψη μετεγχειρητικών επιπλοκών. Η τομή απαιτεί επίσης σχολαστική φροντίδα. Οι ασθενείς λαμβάνουν οδηγίες να διατηρούν την περιοχή καθαρή και στεγνή και να παρακολουθούν για τυχόν ενδείξεις λοίμωξης, όπως αυξημένη ερυθρότητα, πρήξιμο, μετεγχειρητική συλλογή υγρού (seroma) ή αιμάτωμα. Η σωματική δραστηριότητα είναι γενικά περιορισμένη ώστε να αποτραπεί η άσκηση πίεσης στο σημείο της τομής. Ωστόσο, το χαλαρό περπάτημα ενθαρρύνεται για την ενίσχυση της κυκλοφορίας και την προώθηση της επούλωσης. Οι διατροφικές συστάσεις περιλαμβάνουν συχνά τρόφιμα πλούσια σε φυτικές ίνες για την πρόληψη της δυσκοιλιότητας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η στενή παρακολούθηση για τυχόν ενδείξεις επιπλοκών, όπως έντονος πόνος, πυρετός ή αλλαγές στην εμφάνιση του σημείου της τομής, είναι απαραίτητη. Εγχείρηση κήλης και ανάρρωση μετά τη λαπαροσκοπική τεχνικήΣτην αρχική μετεγχειρητική περίοδο μετά τη λαπαροσκοπική αποκατάσταση κήλης, οι ασθενείς τυπικά βιώνουν μια πιο εύκολη περίοδο ανάρρωσης σε σύγκριση με την «ανοιχτή» χειρουργική επέμβαση. Λόγω της ελάχιστα επεμβατικής φύσης των λαπαροσκοπικών τεχνικών, οι οποίες περιλαμβάνουν μικρότερες τομές αλλά και λιγότερους χειρισμούς στο σημείο της επέμβασης, οι ασθενείς γενικά αισθάνονται λιγότερο πόνο και δυσφορία, γεγονός που διευκολύνει την ταχύτερη επιστροφή στις κανονικές δραστηριότητες. Επίσης, είναι δυνατόν ο ασθενής να εξέλθει την ίδια μέρα από την κλινική, καθώς χορηγούνται λιγότερα φάρμακα μετεγχειρητικά. Ο πόνος συνήθως υποχωρεί πλήρως την 2η ή 3η εβδομάδα μετά την επέμβαση. Οι μικρότερες τομές της λαπαροσκοπικής τεχνικής τείνουν επίσης να επουλώνονται γρηγορότερα, ενώ το μικρό τους μέγεθος μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών και λοιμώξεων που αφορούν το χειρουργικό πεδίο. Ωστόσο, η προσεκτική παρακολούθηση για ενδείξεις λοίμωξης παραμένει απαραίτητη. Η πρώιμη κινητοποίηση ενθαρρύνεται για την προώθηση της κυκλοφορίας και τη μείωση του κινδύνου επιπλοκών που αφορούν το φλεβικό σύστημα. Ο ασθενής μπορεί να σταθεί όρθιος και να περπατήσει με κάποια ήπια ενόχληση την ίδια ημέρα της επέμβασης. Παρά τη λιγότερο επεμβατική προσέγγιση, οι ασθενείς ενθαρρύνονται να αποφεύγουν τις επίπονες δραστηριότητες και την άρση βαρέων αντικειμένων στην πρώιμη φάση της ανάρρωσης, προκειμένου να
Περιστοματική δερματίτιδα: Πώς να την αντιμετωπίσετε

Παρατηρείτε έντονη ερυθρότητα και μικρά, κόκκινα σπυράκια στην περιοχή γύρω από το στόμα και ανησυχείτε μήπως πρόκειται για ακμή; Πιθανότατα δεν πρόκειται για ακμή, αλλά για περιστοματική δερματίτιδα. Αυτή συνιστά μια ενοχλητική δερματοπάθεια που ομοιάζει με έκζεμα και εκδηλώνεται γύρω από το στόμα. Πρόκειται για μια πολύ συχνή πάθηση του δέρματος και επηρεάζει κυρίως γυναίκες ηλικίας 20 έως 45 ετών με ανοιχτόχρωμο δέρμα. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να εμφανιστεί και σε άνδρες αλλά και σε μικρά παιδιά, συχνά μεταξύ 7 μηνών και 13 ετών. Συχνά συγχέεται με τη ροδόχρου νόσο, καθώς οι δύο αυτές δερματοπάθειες ανήκουν στην ίδια κατηγορία δερματοπαθειών φλεγμονώδους αιτιολογίας. Ωστόσο, η κατανομή των δερματικών βλαβών στη ροδόχρου νόσο είναι διαφορετική. Αν και η περιστοματική περιοχή είναι το πιο κοινό σημείο εντόπισης, η περιστοματική δερματίτιδα μπορεί επίσης να εκδηλωθεί και στο δέρμα γύρω από τους οφθαλμούς ή και τη μύτη. Πού οφείλεται η περιστοματική δερματίτιδαΗ ακριβής αιτία της περιστοματικής δερματίτιδας είναι άγνωστη. Για ορισμένους ασθενείς, υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της τοπικής χρήσης κορτικοστεροειδών και της εκδήλωσης της πάθησης. Η εφαρμογή τοπικών κρεμών με κορτικοστεροειδή ή υδροκορτιζόνη αλλά και ρινικών ή εισπνεόμενων σπρέι με στεροειδή μπορεί είτε να επιδεινώσει είτε να προκαλέσει την πάθηση. Καταστάσεις όπως η διαταραχή του δερματικού φραγμού μπορεί επίσης να λειτουργήσει ιδιαίτερα επιβαρυντικά. Η επιδερμική δυσλειτουργία αυτή προκαλεί αρχικά αυξημένη ευαισθησία σε εξωγενείς ερεθιστικούς παράγοντες και εκτεταμένη δια-επιδερμική απώλεια νερού, δύο καταστάσεις οι οποίες εντείνουν τη φλεγμονή. Η διαταραχή του δερματικού φραγμού μπορεί να οφείλεται είτε σε υπερβολική χρήση ενεργών συστατικών, όπως η ρετινόλη ή τα απολεπιστικά οξέα, ή σε εφαρμογή έντονων scrub που συχνά προκαλούν μικροτραυματισμούς στην επιφανειακή στιβάδα του δέρματος. Η εκτεταμένη χρήση καλλυντικών προϊόντων με βαριά ή λιπαρή σύσταση μπορεί να πυροδοτήσει την πάθηση. Εκτός από τη διαταραχή του δερματικού φραγμού, τυχόν αλλεργιογόνοι ή ερεθιστικοί παράγοντες, όπως το φθόριο που περιέχεται στην οδοντόκρεμα ή τα οδοντικά σφραγίσματα, ενδέχεται να πυροδοτήσουν την περιστοματική δερματίτιδα. Επιπλέον, μια ανισορροπία στο μικροβίωμα του δέρματος, ιδιαίτερα μια υπερανάπτυξη ορισμένων τύπων μυκήτων ή βακτηρίων, μπορεί επίσης να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην εμφάνιση περιστοματικής δερματίτιδας. Ορμονικές διακυμάνσεις ενδέχεται να συμβάλλουν στην εκδήλωση της συγκεκριμένης δερματοπάθειας, οι οποίες προκύπτουν από τη λήψη αντισυλληπτικών χαπιών, την εγκυμοσύνη και τις προεμμηνορροϊκές εξάρσεις. Ορισμένοι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η υπεριώδης ακτινοβολία, η ζέστη και ο άνεμος φαίνεται τέλος να επιδεινώνουν την περιστοματική δερματίτιδα. Συμπτώματα δερματίτιδας στην περιοχή γύρω από το στόμα Αν και τα αίτια είναι ποικίλα, η περιστοματική δερματίτιδα εκδηλώνεται ιδιαίτερα ομοιόμορφα, γεγονός που διευκολύνει την αναγνώρισή της. Η πάθηση εμφανίζεται με έντονη ερυθρότητα, μικρά κόκκινα σπυράκια και μερικές φορές κυστίδια και φλύκταινες, που εμφανίζονται γύρω από το στόμα, αλλά μπορούν επίσης να επεκταθούν στην περιοχή γύρω από τα μάτια αλλά και στο μέτωπο. Το μέγεθος των δερματικών αυτών βλαβών είναι συνήθως μικρότερο από 2 mm έκαστο, ωστόσο ενδέχεται αυτά να συσπειρωθούν σε μεγαλύτερης έκτασης βλάβες. Το δέρμα στη γύρω περιοχή είναι συχνά ξηρό. Εκδηλώνεται επίσης συχνά αίσθημα καύσου ή τραβήγματος του δέρματος, φαγούρα και ευαισθησία του δέρματος. Σπάνια οι ασθενείς αισθάνονται πόνο. Η πιο εκτεταμένης μορφής περιστοματική δερματίτιδα μπορεί να επεκταθεί στο πηγούνι, τα μάγουλα, τα κάτω ή τα άνω βλέφαρα αλλά και το μέτωπο. Επιλογές θεραπείας και διαχείρισης για την περιστοματική δερματίτιδαΗ θεραπεία της περιστοματικής δερματίτιδας επικεντρώνεται στη μείωση της φλεγμονής και στην αποκατάσταση των δερματικών βλαβών. Αρχικά, μια από τις βασικές συστάσεις αντιμετώπισης είναι η διακοπή της εφαρμογής της. Ωστόσο, η διακοπή της τοπικής χρήσης κρεμών με κορτικοστεροειδή ή υδροκορτιζόνη είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει αρχικά έξαρση της πάθησης. Εάν συμβεί αυτό, μπορεί να είναι δελεαστική η επανέναρξη της εφαρμογής. Η επανάληψη της εφαρμογής ωστόσο συνεπάγεται προσωρινή μόνο ανακούφιση, ενώ σε βάθος χρόνου θα επιδεινώνει διαρκώς το πρόβλημα. Τα ρινικά, εισπνεόμενα και από του στόματος στεροειδή που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της υγείας του ασθενούς θα πρέπει να συνεχιστούν, κάτι ωστόσο που θα παρατείνει το χρόνο επούλωσης των δερματικών βλαβών. Το ξέπλυμα του προσώπου και του στόματος μετά τη χρήση ρινικών ή εισπνεόμενων προϊόντων με κορτικοστεροειδή μπορεί να βοηθήσει. Πέρα από τη διακοπή της χρήσης προϊόντων με κορτικοστεροιδή, ήπιες περιπτώσεις περιστοματικής δερματίτιδας μπορούν να αντιμετωπιστούν με: – γενικότερη απλοποίηση της καθημερινής ρουτίνας περιποίησης, με αποφυγή εφαρμογής ενεργών συστατικών όπως η ρετινόλη, η βιταμίνη C ή τα απολεπιστικά οξέα– διακοπή της εφαρμογής ενυδατικών κρεμών με βαριά ή λιπαρή σύσταση και επιλογή ενυδατικών προϊόντων με ελαφριά σύσταση χωρίς συντηρητικά ή πρόσθετα για την ανακούφιση της ξηρότητας του δέρματος– χρήση αντηλιακού με φυσικά φίλτρα επιλογή μιας οδοντόκρεμας χωρίς φθόριο Να σημειωθεί ότι η επίσκεψη σε δερματολόγο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή αντιμετώπιση της πάθησης, καθώς δεν πρόκειται για πάθηση που θα υποχωρήσει από μόνη της. Ένας εξειδικευμένος δερματολόγος είναι σε θέση να προτείνει την κατάλληλη θεραπεία, η οποία συνήθως περιλαμβάνει εφαρμογή τοπικών σκευασμάτων, ενώ δεν αποκλείεται να συστηθεί και λήψη από του στόματος αντιβιοτικών εάν η φλεγμονή είναι εκτεταμένη. Τέλος, η φωτοδυναμική θεραπεία μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα ευεργετική. Η Δερματολόγος στο Κολωνάκι Δρ. Θεώνη Ματούλα εφαρμόζει στο Δερματολογικό Ιατρείο της Matoula Clinic μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αποκατάσταση της περιστοματικής δερματίτιδας, αλλά και κάθε είδους δερματικών παθήσεων.
Ριζίτιδα στον αυχένα: Αίτια & θεραπεία

Η ριζίτιδα αναφέρεται στον πόνο και σε άλλα συμπτώματα όπως μούδιασμα, μυρμήγκιασμα και αδυναμία που προκαλούνται από τον ερεθισμό ή τη φλεγμονή μιας νευρικής ρίζας στη σπονδυλική στήλη και κατά βάση στην αυχενική μοίρα αυτής. Τόσο η ριζίτιδα όσο και η ριζοπάθεια δε συνιστούν αυτοτελείς παθήσεις από μόνες τους, αλλά αντίθετα αναφέρονται στη συμπίεση της ρίζας ενός νεύρου στο νωτιαίο μυελό ή πλησίον του. Ριζίτιδα: ΑίτιαΗ ριζίτιδα στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης είναι συνήθως αποτέλεσμα συμπίεσης της νευρικής ρίζας στην περιοχή του αυχένα. Τα αίτια είναι πολλαπλά, με κυρίαρχο αιτιολογικό παράγοντα την εκφυλιστική δισκοπάθεια. Καθώς οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι χάνουν την περιεκτικότητά τους σε νερό και την ελαστικότητά τους με την πάροδο του χρόνου, μπορεί να διογκωθούν ή να συμβάλλουν στην εμφάνιση δισκοκήλης, ασκώντας επομένως πίεση στις γειτονικές νευρικές ρίζες. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν: – Ανάπτυξη οστεόφυτων: Τα οστεόφυτα μπορούν να αναπτυχθούν ως αποτέλεσμα της οστεοαρθρίτιδας της σπονδυλικής στήλης, συμπιέζοντας έτσι τις ρίζες των νεύρων. – Στένωση σπονδυλικής στήλης: Η στένωση του σπονδυλικού σωλήνα μπορεί να οδηγήσει σε συμπίεση των νεύρων. – Τραύμα: Οι οξείς τραυματισμοί μπορεί να οδηγήσουν σε κατάγματα ή εξαρθρήματα που ασκούν με τη σειρά τους πίεση στις ρίζες των νεύρων. – Φλεγμονώδεις παθήσεις: Παθήσεις φλεγμονώδους αιτιολογίας όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η σπονδυλίτιδα μπορεί να προκαλέσουν φλεγμονή των δομών της σπονδυλικής στήλης, επηρεάζοντας τις ρίζες των νεύρων. – Λοιμώξεις: Σπάνια, λοιμώξεις στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης μπορεί να οδηγήσουν σε ριζίτιδα. Συμπτώματα ριζίτιδαςΗ πίεση ή ο ερεθισμός των νευρικών ριζών λόγω ριζίτιδας διαταράσσει τη φυσιολογική λειτουργία των νεύρων, οδηγώντας στην εκδήλωση δυσάρεστων συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα της ριζίτιδας στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ποια νευρική ρίζα συμπιέζεται, καθώς κάθε ρίζα αυχενικού νεύρου σχετίζεται με αισθητική και κινητική νεύρωση σε συγκεκριμένες περιοχές του λαιμού, των ώμων, των χεριών και της άκρας χείρας. Το πιο κοινό σύμπτωμα είναι ο πόνος, η ένταση του οποίου μπορεί να ποικίλλει. Ο πόνος μπορεί να ακτινοβολεί από το λαιμό έως τα δάχτυλα. Οι ασθενείς μπορεί επίσης να αισθανθούν κινητική αδυναμία ή αισθητηριακή παραισθησία στους ώμους, τα χέρια ή τις παλάμες. Τα συμπτώματα αυτά θέτουν σημαντικά εμπόδια στην εκτέλεση καθημερινών κινήσεων και δραστηριοτήτων. Επιλογές θεραπείας για τη ριζίτιδαΗ θεραπεία για τη ριζίτιδα στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης στοχεύει στην αποκατάσταση του υποκείμενου αιτιολογικού παράγοντα που την προκάλεσε. Σε πρώτη φάση, στους ασθενείς συνήθως συστήνεται συντηρητική θεραπεία, η οποία περιλαμβάνει μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), κορτικοστεροειδή, μυοχαλαρωτικά για τη μείωση του πόνου και της φλεγμονής και φυσιοθεραπεία. Ωστόσο, εάν το πρόβλημα είναι εκτεταμένο και τα συμπτώματα δεν υποχωρούν, συχνά έχει ένδειξη η χειρουργική αποκατάσταση της υποκείμενης παθολογίας. Στις χειρουργικές επεμβάσεις που μπορούν να πραγματοποιηθούν για την αποκατάσταση της αυχενικής ριζίτιδας είναι η αντικατάσταση αυχενικού δίσκου, η πλήρως ενδοσκοπική δισκεκτομή, η μικροδισκεκτομή και η σπονδυλοδεσία. Ο Νευροχειρουργός Σπονδυλικής Στήλης Δρ. Παναγιώτης Κυριακόγγονας αντιμετωπίζει χειρουργικά την υποκείμενη πάθηση που προκάλεσε τη ριζίτιδα στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, με σκοπό την ανακούφιση από τα συμπτώματα και την ανάκτηση της ποιότητας ζωής του ασθενούς.
Ίλιγγος: Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;

Ο ίλιγγος συχνά περιγράφεται ως ένα αίσθημα περιστροφής του ίδιου του ατόμου ή του περιβάλλοντος. Όπως γίνεται αντιληπτό, η κατάσταση αυτή διαταράσσει σημαντικά όχι μόνο την ισορροπία και τον προσανατολισμό του ατόμου, αλλά και τη δυνατότητα εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων. Αιτίες ιλίγγουΟ ίλιγγος προκαλείται συχνά από προβλήματα στο αιθουσαίο σύστημα, το οποίο είναι μέρος του έσω αυτιού και είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση της ισορροπίας και του προσανατολισμού στο χώρο. Οι πιο κοινές αιτίες ιλίγγου περιλαμβάνουν: – Καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσεως ή απλώς ίλιγγος θέσεως: Ο ίλιγγος θέσεως είναι μια κατάσταση που προκαλείται από προβλήματα στο εσωτερικό του αυτιού, ειδικά στους λαβύρινθους που βοηθούν στον έλεγχο της ισορροπίας μέσω της αποστολής ερεθισμάτων στον εγκέφαλο. Οι λαβύρινθοι αποτελούνται από ημικυκλικούς σωλήνες με αισθητήρες για τον εντοπισμό των κινήσεων και της θέσης του κεφαλιού, ενσωματώνοντας επίσης μικροσκοπικούς κρυστάλλους ασβεστίου που λέγονται ωτόλιθοι ή ωτοκονία. Όταν αυτοί οι κρύσταλλοι αποκολληθούν, κινούνται ελεύθερα μέσα στα υγρά του εσωτερικού αυτιού και μπορούν να εισέλθουν στους ημικυκλικούς σωλήνες, προκαλώντας υπερβολική διέγερση και ίλιγγο κατά τις κινήσεις του κεφαλιού. – Νόσος Meniere: Πρόκειται για μια διαταραχή του εσωτερικού αυτιού που προκαλείται από συσσώρευση υγρού και μεταβαλλόμενη πίεση στο αυτί. Μπορεί να οδηγήσει σε επεισόδια ιλίγγου σε συνδυασμό με βαρηκοΐα και εμβοές. – Αιθουσαία νευρίτιδα ή λαβυρινθίτιδα: Αυτή η κατάσταση είναι το αποτέλεσμα μιας λοίμωξης που προκαλεί φλεγμονή γύρω από τα νεύρα που βοηθούν το σώμα να διατηρεί την ισορροπία του. Στις πιθανές αιτίες συγκαταλέγονται τέλος οι ημικρανίες, τυχόν τραυματισμοί στο κεφάλι ή τον αυχένα, ορισμένες παθήσεις του εγκεφάλου όπως το εγκεφαλικό επεισόδιο ή κάποιος όγκος, φάρμακα που προκαλούν βλάβη στο αυτί και η γήρανση. Συμπτώματα με τα οποία εκδηλώνεται ο ίλιγγοςΤο πρωταρχικό σύμπτωμα του ιλίγγου είναι η αίσθηση περιστροφής του ίδιου του ατόμου ή του περιβάλλοντος. Άλλα συμπτώματα που μπορεί να συνοδεύουν τον ίλιγγο περιλαμβάνουν: – Ναυτία ή έμετος. – Μη φυσιολογικές ή σπασμωδικές κινήσεις των ματιών (νυσταγμός). – Πονοκέφαλος. – Υπεριδρωσία. – Βουητό στα αυτιά (εμβοές) ή απώλεια ακοής. Τα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν από λίγα λεπτά έως αρκετές ώρες ή περισσότερο και μπορεί να έρχονται και να φεύγουν. Επιλογές θεραπείας για τον ίλιγγοΗ θεραπεία για τον ίλιγγο εξαρτάται από την αιτία και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Σε πρώτη φάση, μπορεί να εφαρμοστεί ένα είδος φυσικοθεραπείας που στοχεύει στην ενίσχυση του αιθουσαίου συστήματος. Εάν πρόκειται για ίλιγγο θέσεως, τότε μπορούν να πραγματοποιηθούν ειδικοί χειρισμοί αντιμετώπισης ιλίγγου θέσεως. Αυτοί περιλαμβάνουν έναν αριθμό ασκήσεων που αποσκοπούν στη μεταφορά και επανατοποθέτηση των ωτόλιθων, από τους ημικυκλικούς σωλήνες των λαβυρίνθων στην αρχική τους θέση. Επίσης, μπορεί να συνταγογραφηθούν φάρμακα για την ανακούφιση συμπτωμάτων όπως η ναυτία που σχετίζεται με τον ίλιγγο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, φάρμακα που μειώνουν τη συσσώρευση υγρών στο αυτί χρησιμοποιούνται για τη νόσο του Meniere. Ο ίλιγγος είναι μια πολύπλοκη πάθηση με διάφορες πιθανές αιτίες, η καθεμία εκ των οποίων υπαγορεύει και την κατάλληλη θεραπεία. Η ακριβής διάγνωση και η εφαρμογή προσαρμοσμένων σχεδίων θεραπείας είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική διαχείριση του ιλίγγου και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Η Χειρουργός ΩΡΛ Δρ. Όλγα Παπαδοπούλου διαγιγνώσκει επιτυχώς την υποκείμενη αιτία που προκάλεσε τον ίλιγγο και προχωρά στη συνέχεια στην αποκατάστασή της.
Αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου: Θεραπευτικές στρατηγικές

Ο καρκίνος παχέος εντέρου αποτελεί μια σημαντική πρόκληση στον τομέα της χειρουργικής ογκολογίας, αντιπροσωπεύοντας έναν από τους πιο συχνά διαγνωσμένους καρκίνους παγκοσμίως. Ο καρκίνος αυτός ταξινομείται σε διάφορους τύπους, με το αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου να εμφανίζεται συχνότερα. Η μορφή αυτή καρκινώματος αντιπροσωπεύει μάλιστα πάνω από το 90% όλων των περιπτώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου. Η σημασία του αδενοκαρκινώματος του παχέος εντέρου δεν έγκειται μόνο στον επιπολασμό του αλλά και στην πιθανή θνησιμότητα του, ιδιαίτερα εάν διαγνωστεί σε προχωρημένα στάδια. Ωστόσο, η έγκαιρη διάγνωση και η πρόληψη μέσω τακτικών εξετάσεων μπορεί να προλάβει πολλές δυσμενείς καταστάσεις. Τι είναι το αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου;Το αδενοκαρκίνωμα του παχέος εντέρου είναι ο πιο κοινός τύπος καρκινώματος που αναπτύσσεται στο συγκεκριμένο όργανο. Όπως προαναφέρθηκε, πάνω από το 90% των καρκινωμάτων του παχέος εντέρου είναι αδενοκαρκινώματα που προέρχονται από επιθηλιακά κύτταρα του βλεννογόνου του παχέος εντέρου. Συχνά ξεκινούν από την εσωτερική επένδυση του παχέος εντέρου και στη συνέχεια διηθούν σε άλλα στρώματα. Ο τύπος αυτός καρκινικού όγκου ξεκινά με τη μορφή προκαρκινικής βλάβης που ονομάζεται αδένωμα ή αδενωματώδης πολύποδας. Τα αδενώματα συνιστούν προκαρκινωματώδεις βλάβες οι οποίες αναμένεται να παρουσιάσουν κακοήθη εξαλλαγή σε διάστημα 5-10 ετών από την ανάπτυξή τους. Ο κίνδυνος για κακοήθη εξαλλαγή ενός αδενώματος είναι ανάλογος του μεγέθους του. Τα αδενώματα άνω των 2 εκ. παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο συνύπαρξης κακοήθειας. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν κι άλλοι σπάνιοι τύποι καρκινωμάτων του παχέος εντέρου, όπως το λέμφωμα και το σάρκωμα. Υπάρχουν δύο λιγότερο συνηθισμένοι υποτύποι αδενοκαρκινωμάτων: – Το βλεννώδες αδενοκαρκίνωμα, το οποίο αποτελείται από περίπου 60 τοις εκατό βλέννα. Η βλέννα μπορεί να ωθήσει τα καρκινικά κύτταρα να εξαπλωθούν πιο γρήγορα και να γίνουν πιο επιθετικά από τα τυπικά αδενοκαρκινώματα. – Το αδενοκαρκίνωμα με κύτταρα δίκην σφραγιστήρος δακτυλίου, το οποίο ευθύνεται για λιγότερο από το 1 τοις εκατό όλων των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου. Ονομάστηκε για την εμφάνισή του στο μικροσκόπιο, το αδενοκαρκίνωμα με κύτταρα δίκην σφραγιστήρος είναι συνήθως επιθετικό και μπορεί να είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Αιτίες και παράγοντες κινδύνου Η ακριβής αιτία της εμφάνισης ενός αδενοκαρκινώματος του παχέος εντέρου, όπως και πολλών καρκίνων, είναι η συσσώρευση γενετικών μεταλλάξεων στο DNA των κυττάρων του παχέος εντέρου. Αυτές οι μεταλλάξεις προκαλούν ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των κυττάρων, οδηγώντας στην ανάπτυξη κακοήθους όγκου. Στους παράγοντες κινδύνου συγκαταλέγονται: – Η προχωρημένη ηλικία: Ο κίνδυνος να εμφανιστεί ένα αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου αυξάνεται με την ηλικία (συνήθως άνω των 50 ετών). – Το ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου ή πολύποδων. – Ορισμένα γενετικά σύνδρομα: όπως το σύνδρομο Lynch και η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση. – Τυχόν ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες: Η αυξημένη κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος και η μειωμένη κατανάλωση φυτικών ινών και νερού έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου. – Ορισμένες συνήθειες: Η παχυσαρκία, η σωματική αδράνεια, το κάπνισμα και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ αποτελούν επίσης γνωστούς παράγοντες κινδύνου. – Τυχόν χρόνιες φλεγμονώδεις ασθένειες που πλήττουν το παχύ έντερο: Ασθένειες όπως οι ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn) και η εκκολπωματίτιδα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης αδενοκαρκινώματος του παχέος εντέρου. Συμπτώματα αδενοκαρκινώματος παχέος εντέρουΤα συμπτώματα που προκαλεί ένα αδενοκαρκίνωμα και γενικά οι τύποι καρκίνου του παχέος εντέρου είναι: – Αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου, όπως διάρροια ή δυσκοιλιότητα, που διαρκούν περισσότερο από μερικές ημέρες. – Αιμορραγία από το ορθό ή αίμα στα κόπρανα. – Επίμονη κοιλιακή δυσφορία, όπως κράμπες, συσσώρευση αερίων ή πόνος. – Αίσθημα ατελούς κένωσης του εντέρου. – Αδυναμία ή κόπωση. – Ανεξήγητη απώλεια βάρους. Θεραπευτικές στρατηγικές για ένα αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρουΤο τρίπτυχο της αντιμετώπισης του καρκίνου του παχέος εντέρου περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Η μεμονωμένη εφαρμογή κάθε θεραπείας ή ο συνδυασμός τους επιλέγεται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Η κύρια θεραπεία για εντοπισμένο καρκίνο είναι η χειρουργική αφαίρεση του τμήματος του παχέος εντέρου στο οποίο εντοπίζεται ο όγκος. Για πιο προχωρημένα στάδια, η χειρουργική επέμβαση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει λεμφαδενικό καθαρισμό. Ο Γενικός Χειρουργός στην Αθήνα Δρ. Βασίλειος Κοντοστόλης αντιμετωπίζει χειρουργικά ακόμη και ιδιαίτερα απαιτητικά περιστατικά καρκίνου του παχέος εντέρου. Η χημειοθεραπεία από την άλλη πλευρά εφαρμόζεται συχνά μετά από τη χειρουργική επέμβαση για την εξάλειψη τυχόν εναπομεινάντων καρκινικών κυττάρων ή πριν από χειρουργική επέμβαση για τη συρρίκνωση του όγκου ή των όγκων. Είναι επίσης η κύρια θεραπεία σε περιπτώσεις μεταστατικού καρκίνου. Τέλος, η ακτινοθεραπεία συνήθως διενεργείται παράλληλα με τη χημειοθεραπεία για τον ίδιο σκοπό, συχνότερα σε περιπτώσεις καρκίνου του ορθού.