businewss.gr

Γιατί η Saudi Aramco “κυνηγά” συμμετοχές σε projects LNG στις ΗΠΑ

Του Gaurav Sharma Η Aramco, o κρατικός ενεργειακός κολοσσός της Σαουδικής Αραβίας, δεν πτοείται παρά την μείωση των κερδών του το 2023 κατά 25% στα 121 δισ. δολάρια. Την Κυριακή (10 Μαρτίου 2024) ανακοίνωσε αύξηση του μερίσματός της κατά 30%, ανταμείβοντας τους επενδυτές της με περίπου 100 δισ. δολάρια. Αυτό που δεν ανακοίνωσε επίσημα η εταιρεία, όμως, ήταν αυτό που τράβηξε επί της ουσίας την προσοχή της αγοράς. Λίγες ημέρες πριν από τη δημοσίευση των τελευταίων οικονομικών στοιχείων της Aramco, ένα δημοσίευμα του Reuters που επικαλείται ανώνυμες πηγές ανέφερε ότι η εταιρεία βρίσκεται στο κυνήγι περιουσιακών στοιχείων LNG στις ΗΠΑ. Το ειδησεογραφικό πρακτορείο υποστήριξε ότι η Aramco βρισκόταν σε προχωρημένες συνομιλίες για να επενδύσει στη φάση ΙΙ του έργου LNG Port Arthur της Sempra Infrastructure στο Τέξας των ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτή δεν συνάδει μόνο με την άνοδο των ΗΠΑ ως κορυφαίος εξαγωγέας LNG στον κόσμο, αλλά και το “στοπ” του προέδρου Μπάιντεν στις εγκρίσεις νέων projects ενόψει των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Ενδιαφέρουσα αλλά αναμενόμενη κίνησηΤόσο η Aramco όσο και η Sempra αρνήθηκαν να σχολιάσουν την είδηση. Ωστόσο, το deal, εφόσον επιβεβαιωθεί, δεν αποτελεί έκπληξη. Τον τελευταίο καιρό, ο σαουδαραβικός ενεργειακός γίγαντας κινείται επιθετικά για το μερίδιό του στην αγορά του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ο CEO Αμίν Νάσερ, χωρίς να αναφερθεί ονομαστικά σε συγκεκριμένο project, είπε κατά την ενημέρωση για τα αποτελέσματα, ότι η Aramco “βρίσκεται σε συνομιλίες με διάφορες οντότητες στις ΗΠΑ και άλλες περιοχές”. Τον Σεπτέμβριο του 2023, η Aramco έκανε σαφείς τις προθέσεις της μέσω της συμμετοχής της στην εταιρεία LNG MidOcean Energy. Εκείνη την εποχή, ο πρόεδρος της Aramco στον τομέα Upstream, Νασίρ Κ. Αλ Ναΐμι, σημείωσε: “Το LNG παρουσιάζει δυνατότητες ως κατάλληλο καύσιμο για την ενεργειακή μετάβαση, ιδίως στις ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον άνθρακα. Η υποκατάσταση του άνθρακα από το LNG θα μπορούσε να επιφέρει σημαντική μείωση των εκπομπών CO2”. Επιπλέον, η Aramco πιστεύει ότι η αγορά LNG βρίσκεται σε φάση διαρθρωτικής, μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, ιδίως σε Ασία και Ευρώπη. Και ο Αλ Ναΐμι ήταν αρκετά σαφής όσον αφορά τον προσανατολισμό της εταιρείας. “Θα συνεχίσουμε να διερευνούμε μια σειρά από εγχώριες και διεθνείς ευκαιρίες σε βασικούς γεωγραφικούς κόμβους LNG για να βελτιστοποιήσουμε τις πιθανές εμπορικές συνεργασίες και να καλύψουμε τις αυξανόμενες ανάγκες για ασφαλή, προσβάσιμη και πιο βιώσιμη ενέργεια”. Η Aramco δεν είναι μόνη σε αυτή την “επιδρομή”Υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους η Aramco στρέφεται προς το LNG. Ο πρώτος αφορά την είσοδό της στην κερδοφόρα αμερικανική αγορά εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, η οποία αναμένεται να διπλασιάσει τις επιδόσεις της πριν το τέλος της δεκαετίας, παρά τις πολιτικές διαφωνίες στο εσωτερικό. Ο δεύτερος έχει να κάνει με το βάρος που θέλει να ρίξει η Aramco στην ανερχόμενη μονάδα της υγροποιημένου φυσικού αερίου, η οποία αν είχε προχωρήσει με γρηγορότερα βήματα πριν δεκαετίες, κάλλιστα θα ήταν πολύ μεγαλύτερη σήμερα. Ο τρίτος λόγος είναι ο ανταγωνισμός με το Κατάρ – το Νο2 στις εξαγωγές LNG στον κόσμο. Στην “επιδρομή” της στις ΗΠΑ, η Aramco δεν είναι μόνη της. Η Abu Dhabi National Oil Company (ADNOC) των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων επιθυμεί παρόμοια ή υψηλότερα επίπεδα έκθεσης στο αμερικανικό LNG. Φέρεται να βρίσκεται σε συνομιλίες με την αμερικανική εταιρεία LNG NextDecade, σύμφωνα με το Reuters. Τόσο η Aramco όσο και η ADNOC πιθανότατα θα επιλέξουν είτε μειοψηφικές συμμετοχές σε projects LNG είτε μακροπρόθεσμες συμφωνίες πώλησης και αγοράς. Tα μερίδια μετοχών που δύνανται να αποκτήσουν και οι δύο θα εξαρτηθούν τόσο από το εγχώριο πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ όσο και από τις αντιδράσεις των αμερικανικών εταιρειών. Καθώς η Aramco και η ADNOC παίζουν το παιχνίδι του catch-up, η πρώην παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη στις εξαγωγές LNG, το Κατάρ, δεν μένει με σταυρωμένα χέρια. Σχεδιάζει αύξηση της παραγωγής κατά 85% έως το 2030, καθώς ο ανταγωνισμός εντείνεται. Απόδοση – επιμέλεια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος Πηγή: forbesgreece.gr

Κατασκευές: Πώς τα ιδιωτικά projects αποτελούν πόλο έλξης για ΤΕΡΝΑ, Intrakat – ΑΚΤΩΡ, ΑΒΑΞ, ΜΕΤΚΑ

Μπορεί να μην αποτελεί μια ξεκάθαρη «στροφή», καθώς έτσι κι αλλιώς είναι σε εξέλιξη έργα ή διαγωνιστικές διαδικασίες για μια σειρά από δημόσιες συμβάσεις, παραχωρήσεις και ΣΔΙΤ, ωστόσο, είναι σαφές ότι οι μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι ΤΕΡΝΑ (όμιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ), Intrakat – ΑΚΤΩΡ, ΑΒΑΞ, ΜΕΤΚΑ (όμιλος Μυτιληναίος) ποντάρουν πολλά στη διεκδίκηση πλήθους συμβολαίων που σχετίζονται με κτηριακά έργα, ιδιωτικά projects ή αναπλάσεις. Με την οικοδομική δραστηριότητα σε πολλά μέτωπα να ανεβάζει ρυθμούς, τα μεγάλα έργα να βρίσκονται σε εξέλιξη και μία σειρά από επενδύσεις να προγραμματίζονται μέσα στο επόμενο διάστημα ή να είναι ήδη στα «σκαριά», η αναζήτηση τεχνικής εταιρείας για την υλοποίηση μεγάλων ιδιωτικών projects αφενός είναι απαραίτητη, αφετέρου αποτελεί και μια δύσκολη «εξίσωση» καθώς δεν περισσεύουν προσωπικό και στελέχη. Ωστόσο, οι μεγάλες κατασκευαστικές επιχειρήσεις, αλλά και μικρότερες όπως οι ΕΚΤΕΡ, Δομική Κρήτης, ΕΡΓΟΚΑΤ, ΕΘΝΟΚΑΤ κ.α. «χτυπάνε» συμβάσεις δεκάδων ή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανά περίπτωση, και συνολικά μπίζνες μερικών δισ. ευρώ. Όπως σημειώνουν στελέχη του χώρου, «η διεκδίκηση ιδιωτικών έργων, που βέβαια δεν αποτελεί κάτι καινούργιο, εσχάτως έχει πάρει μια δυναμική λόγω του όγκου των επενδύσεων που προωθούνται, προσφέροντας καλή εναλλακτική για τους κατασκευαστές, μια νέα δικλείδα ασφαλείας, υγιή συμβόλαια όπου υπάρχει ισχυρός επενδυτής και βέβαια, νέες δράσεις και “άπλωμα” του αποτυπώματος». «Χτυπάνε» σε όλα τα μέτωπαΔεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι, για παράδειγμα, ο κορυφαίος όμιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει ποσοστό σχεδόν 65% ιδιωτικών αλλά και ίδιων έργων – επενδύσεων στο χαρτοφυλάκιό του, «σαρώνοντας» πλήθος τέτοιων συμβάσεων στο παρελθόν (και πρόσφατα), βάζοντας στο ανεκτέλεστό του projects όπως το The Grid της Noval, το κτήριο του ΤΕΕ στο Μαρούσι, παλιότερα τον Πύργο Πειραιά της Dimand, ξενοδοχεία, ενώ δεν λείπουν από τη Δευτέρα κιόλας οι πληροφορίες ότι είναι κοντά στη σύμβαση για το data center της Microsoft στα Σπάτα, που διεκδικούν και οι ΜΕΤΚΑ, Intrakat – ΑΚΤΩΡ. Αλλά και η Intrakat έχει αρχίσει να ανεβάζει στροφές στο «κομμάτι των ιδιωτικών έργων, έχοντας «καπαρώσει» συμβάσεις όπως του Riviera Tower και των αθλητικών εγκαταστάσεων στο Ελληνικό της Lamda, την κατασκευή του νέου Δικαστικού Μεγάρου Πειραιά (80 εκατ. ευρώ, της Dimand), έργου αστικής αναζωογόνησης του Δήμου Θεσσαλονίκης κ.α.. Κατά πληροφορίες τελευταία είναι σε συζητήσεις με πολλούς ομίλους για να αναλάβει νέα ιδιωτικά έργα, κτηριακά και τουριστικά, αναμένοντας την ωρίμανση των διαδικασιών. Παράλληλα, και η ΑΒΑΞ έχει πάρει πλήθος ιδιωτικών συμβάσεων σε ενέργεια, κτήρια – νοσοκομεία, υποδομές (π.χ. στο Ελληνικό), αλλά και τον ρόλο συμβούλου στο Vouliagmenis Mall, όπου ολοκληρώνει την κοστολόγηση και το μοντέλο ανάπτυξης του project που θα περιλαμβάνει και γραφεία. Θεωρητικά είναι στην φάση επαφών και διαπραγματεύσεων με τη Lamda για να «βγει», εφόσον όλα πάνε καλά, το μοντέλο ανάπτυξης καθώς τα κόστη έχουν ανέβει, ευελπιστώντας να πάρει και το κατασκευαστικό συμβόλαιο, με τους ΤΕΡΝΑ και ΑΚΤΩΡ να καιροφυλαχτούν (με ξένους εταίρους). Προφανώς, και η ΜΕΤΚΑ έχει αρχίσει να δίνει το παρών σε αυτά τα ιδιωτικά projects, όπως για παράδειγμα με τις αθλητικές εγκαταστάσεις στο Ελληνικό, την διεκδίκηση της προβλήτας του ΟΛΘ κ.α., έχοντας στο στόχαστρο και άλλες ανάλογες αναπτύξεις, όπως τη Riviera Galleria στο παραλιακό μέτωπο (υπήρχαν σενάρια ότι είχε τον πρώτο λόγο έναντι ΤΕΡΝΑ, Intrakat – ΑΚΤΩΡ, ωστόσο, αυτό μένει να επιβεβαιωθεί καθώς ενίοτε τα δεδομένα αλλάζουν). Επίσης, θυμίζουμε ότι είναι αυτή που είχε αναλάβει το υπερσύγχρονο data center της Lamda Hellix. Είναι προφανές ότι η προώθηση επενδύσεων σε διάφορους τομείς (γραφεία, logistics κ.α.) από ιδιωτικές εταιρείες ακινήτων και ΑΕΕΑΠ (Prodea, Dimand, Lamda, Premia, Trastor, Noval, Trade Estates κ.α.) απαιτούν «κατασκευαστικά χέρια» που σε έναν βαθμό θα αναζητηθούν και στις τάξεις των μεγάλων ομίλων των υποδομών. Κοντά σε αυτά έρχονται μεγάλα ή μεσαίου μεγέθους τουριστικά έργα ανά την Ελλάδα, αναπλάσεις περιοχών και υποδομών έργα, με μορφή ΣΔΙΤ, διαγωνισμοί του ΤΑΙΠΕΔ, logistics centers αξίας εκατοντάδων εκατ. ευρώ. Πηγή: insider.gr

Πόσο έπεσε η αξία των κορυφαίων fintech startups μετά το “μαχαίρι” στις χρηματοδοτήσεις

Του Jeff Kauflin Τον Νοέμβριο του 2021, όταν η χρηματοδότηση των fintech από VCs βρισκόταν στο απόγειό της, η start-up πληρωμής λογαριασμών Tipalti σήκωσε 270 εκατ. δολάρια με την αποτίμησή της να αγγίζει τα 8,3 δισ. δολάρια. Το περασμένο καλοκαίρι, οι μετοχές της εταιρείας άξιζαν 4 δισ. δολάρια. Σήμερα, υπολογίζεται ότι η Tipalti αξίζει μόλις 3,1 δισ. δολάρια, μείωση της τάξης του 63% από τα υψηλότερά της επίπεδα, παρόλο έχει αυξήσει σημαντικά το πελατολόγιο της: στους 3.500 -ως επί το πλείστον εταιρικούς- πελάτες με έδρα τις ΗΠΑ από 2.000 στα τέλη του 2021. Ο Chen Amit, ο 58χρονος Ισραηλινός συνιδρυτής και CEO της Tipalti, θεωρεί τη σημερινή κεφαλαιοποίηση πολύ χαμηλή, αλλά αναγνωρίζει ότι οι διογκωμένες αποτιμήσεις του 2021 έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. “Πρέπει να το αποδεχτούμε. Δεν υπάρχει λόγος να επιστρατευουμε τον μηχανισμό της απώθησης”, σημειώνει ο Amit, “δείχνοντας” άλλες ιδιωτικές εταιρείες fintech, όπως η Stripe και η Klarna, που έχουν αντλήσει χρήματα από τότε σε χαμηλούς γύρους. Ο ίδιος προσθέτει: “Δεν θα πουλήσω τις μετοχές μου στα 3 δισ. δολάρια. Αμφιβάλλω αν θα το έκανε οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος”. Η απότομη έκρηξη και πτώση της χρηματοδότησης για τον τομέα της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας από VCs άφησε ένα ερώτημα στο πέρασμά της: πόσο αξίζουν πραγματικά σημερα οι fintech start-ups; Με τη χρηματοδότηση στον κλάδο να κατρακυλά από τα 141 δισ. δολάρια το 2021 στα 39 δισ. δολάρια το 2023, σύμφωνα με την CB Insights, πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις προσπάθησαν να εξοικονομήσουν μετρητά για να αποφύγουν την άντληση κεφαλαίων με σημαντικά μειωμένη αποτίμηση. Στο μεταξύ, οι πιο ανεπτυγμένες καθυστερούν να καταθέσουν αρχικές δημόσιες προσφορές, καθώς οι ήδη εισηγμένες fintechs βρίσκονται στο -50% από τα υψηλά τους, παρόλο που ο S&P 500 και ο Nasdaq κινούνται σε ρυθμούς-ρεκόρ. Όλα αυτές οι εξελίξεις έχουν αφήσει ένα κενό πληροφοριών – ένα κενό που τώρα καλύπτεται από νέες πλατφόρμες όπως η Caplight και η Notice που προχωρούν στον υπολογισμό αποτιμήσεων με βάση τις συναλλαγές της δευτερογενούς αγοράς τις οποίες παρακολουθούν μέσω συνεργασιών με χρηματιστές. Το 2021, μετά τις χρηματοδοτήσεις που συγκέντρωσε η Tipalti, το χρηματιστήριο άρχισε να πέφτει και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να αυξάνει τα επιτόκια. Ο Amit προχώρησε σε επιθετικές κινήσεις θέλοντας να προετοιμάσει την εταιρεία για πιο λιτές εποχές: απέλυσε το 11% του προσωπικού. “Ξέραμε ότι είχαμε λίπος στον οργανισμό”, επισημαίνει. Η εταιρεία έχει σημαντικό αριθμό εργαζομένων στο Ισραήλ, το Σαν Φρανσίσκο και στο Βανκούβερ, κι όταν άρχισε να προσλαμβάνει ξανά έδωσε έμφαση σε μέρη με χαμηλότερο κόστος, όπως η Τιφλίδα της Γεωργίας. Και η Tipalti συνέχισε να αναπτύσσεται – σήμερα επεξεργάζεται πληρωμές αξίας περίπου 5 δισ. δολάρια μηνιαίως από 3 δισ. δολάρια κατά τη περίοδο που έλαβε χρηματοδοτήσεις το 2021. Ποια είναι λοιπόν η αξία της Tipalti σήμερα; Το καλοκαίρι του 2023, ένας μέτοχος της Tipalti πούλησε μετοχές αξίας περίπου 20 εκατ. δολαρίων στη δευτερογενή αγορά με αποτίμηση 4 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με τον Oren Zeev, επενδυτή VCs και συνιδρυτή της Tipalti. Το δ’ τρίμηνο του 2023, η Capital Group, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες venture capitals στον κόσμο, αποτίμησε τις μετοχές της στα 3,7 δισ. δολάρια. Η Caplight, μια startup από το Σαν Φρανσίσκο που παρακολουθεί τις συναλλαγές στη δευτερογενή αγορά των ιδιωτικών τεχνολογικών εταιρειών, εκτιμά τη σημερινή αξία της Tipalti σε μόλις 3,1 δισ. δολάρια – ποσό που λαμβάνει υπόψη την πτώση των μετοχών αρκετών εκ των ανταγωνιστριών της Tipalti, συμπεριλαμβανομένης της εισηγμένης Bill, η αποτίμηση της οποίας έχει υποχωρήσει κατά 80% από το απόγειό της στα τέλη του 2021. Η Caplight μοιράστηκε με το Forbes τις αποτιμήσεις της για μια σειρά από fintechs που παρακολουθεί. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις εκτιμήσεις της, στις 8 Μαρτίου, για τις 11 κορυφαίες start-ups. Ασφαλώς, πρόκειται για εκτιμήσεις. Όπως σε κάθε “φούσκα” που σκάει, ορισμένες από τις μειώσεις είναι πολύ μεγάλες – όπως 79% για την Klarna και 74% για την Chime. Οι πιο πάνω 11 fintechs, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Caplight στις 8 Μαρτίου, αξίζουν τώρα από 23% έως 79% λιγότερο σε σύγκριση με τις μέγιστες αποτιμήσεις τους για τη συγκέντρωση κεφαλαίων. Λάβετε υπόψη, όπως δείχνει και το παράδειγμα της Tipalti, ότι η μείωση της αποτίμησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια επιχείρηση τα πάει άσχημα. Η Chime εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη ψηφιακή τράπεζα στις ΗΠΑ. Ως γνωστόν, άντλησε χρηματοδότηση ύψους 25 δισ. δολαρίων το 2021 και είχε έντονη δραστηριότητα στη δευτερογενή αγορά πριν από έναν χρόνο, με την αποτίμησή της να φτάνει τα περίπου 8 δισ. δολάρια. Παρόλα αυτά, η αξία της στις 8 Μαρτίου είχε υποχωρήσει στα 6,5 δισ. δολάρια (-74%), σύμφωνα με την Caplight. Η Plaid, που βρίσκεται στη λίστα του Forbes με τις 50 κορυφαίες Fintech επί 9 συναπτά έτη, άντλησε χρηματοδότηση πριν από τρία χρόνια με αποτίμηση 13,4 δισ. δολάρια. Τα έσοδα της Plaid για το 2023 αυξήθηκαν μόλις κατά 10% στα 300-400 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με ανθρώπους με γνώση των δραστηριοτήτων της εταιρείας. Παρόλο που η Plaid επιτρέπει μόνο έναν μικρό αριθμό συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά, η Caplight εκτιμά την αποτίμησή της στα 4,2 δισ. δολάρια, μείωση της τάξης του 69%, που βασίζεται κυρίως σε προσφορές για δευτερογενείς μετοχές. “Η εκτίμηση για την αποτίμηση οποιασδήποτε ιδιωτικής εταιρείας με βάση τα στοιχεία της δευτερογενούς αγοράς είναι παραπλανητική. Αρνούμαστε να σχολιάσουμε περαιτέρω εικασίες”, μας είπε εκπρόσωπος της Plaid, ενώ αρνήθηκε να σχολιάσει και τα οικονομικά αποτελέσματα του 2023. Η αποτίμηση των εταιρειών με βάση τα δεδομένα της δευτερογενούς αγοράς έχει πολλούς επικριτές. Τα ΔΣ των εταιρειών πρέπει να εγκρίνουν τις συναλλαγές που είναι συνήθως μικρές -κυμαίνονται από 500.000 έως 20 εκατομμύρια δολάρια-, γεγονός που τις καθιστά λιγότερο αντιπροσωπευτικές της συνολικής αξίας της επιχείρησης. Στους πωλητές μπορεί να περιλαμβάνονται εργαζόμενοι που θέλουν να ρευστοποιήσουν για να αγοράσουν ένα σπίτι, να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση ή να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους μετά από μια απόλυση και οι οποίοι μπορεί να μην έχουν πρόσβαση στα οικονομικά αποτελέσματα μιας εταιρείας. Στους πωλητές περιλαμβάνονται επίσης θεσμικοί κάτοχοι και κορυφαία VCs – αν και τα VCs φέρονται να έχουν αρχίσει να αγοράζουν πιο επιθετικά μετοχές στον δευτερογενή τομέα, κατά το τελευταίο έτος, ως μια ευκαιρία να ενισχύσουν τις συμμετοχές τους φθηνά. Επιπλέον, οι

“Κάν’ το όπως ο Μπάφετ”: Οι top picks και οι πρόσφατες αγορές του μεγιστάνα επενδυτή

Της Catherine Brock Είναι εφικτό να αποκτήσετε πλούτο δια της “μίμησης”, αν επιλέξετε το σωστό άτομο για να ακολουθήσετε. Για τους επενδυτές, ο Γουόρεν Μπάφετ είναι ένα ιδανικό πρότυπο. Πάμπλουτος και από τους πιο επιτυχημένους stock pickers στον κόσμο. Είναι επίσης ο εγκέφαλος πίσω από το χαρτοφυλάκιο μετοχών που ανήκει στην εταιρεία του, την Berkshire Hathaway. Και επειδή η Berkshire οφείλει να αναφέρει τις μετοχές που έχει στην κατοχή της κάθε τρίμηνο, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση από τις μετοχές που αρέσουν στον Μπάφετ. Ας δούμε τους κορυφαίες συμμετοχές του Μπάφετ καθώς και ποιους τίτλους αγόρασε ή πούλησε το δ’ τρίμηνο και ποιες μπορούν να είναι υποψήφιες για το δικό σας χαρτοφυλάκιο το 2024. Οι μεγαλύτερες συμμετοχές του ΜπάφετΟ πίνακας που ακολουθεί παρουσιάζει τις 10 μεγαλύτερες θέσεις του Μπάφετ. Η συνολική αξία τους στο τέλος του 2023 ήταν 322 δισ. δολάρια, δηλαδή περίπου το 93% του χαρτοφυλακίου συνολικής αξίας 347 δισ. δολαρίων. Αξιοσημείωτη είναι η εξέχουσα θέση της Apple. Η κατασκευάστρια του iPhone καταλαμβάνει το 50% του χαρτοφυλακίου, ενώ οι άλλες εννέα μετοχές αντιπροσωπεύουν περίπου το 43,6%. Περίπου ακόμη 20 μετοχές ολοκληρώνουν την εικόνα του χαρτοφυλακίου. Η μη διαφοροποίηση του Μπάφετ ως προς τις συμμετοχές του δεν είναι καλή στρατηγική για τους περισσότερους μικροεπενδυτές. Ούτε εγώ ούτε εσείςδιαθέτουμε τους πόρους, το μυαλό ή την τεχνογνωσία του Μπάφετ και της ομάδας του. Επιπλέον, η Berkshire έχει μερικές ακόμη δεκάδες θυγατρικές υπό τον πλήρη έλεγχό της, όπως η Business Wire, η Dairy Queen, η NetJets, η Pilot Flying J και οι καραμέλες Sees. Η εταιρεία διέθετε επίσης περίπου 163 δισ. δολάρια σε μετρητά και αμερικανικά κρατικά ομόλογα βραχείας λήξης, όπως παρουσίασε στον ισολογισμό της στα τέλη του 2023. Μετοχές που πούλησε πρόσφατα ο ΜπάφετΟ Μπάφετ προτιμά τις μεγάλες περιόδους διακράτησης τίτλων, αλλά αποδεσμεύεται γρήγορα από μετοχές που μεταβάλλονται οι προοπτικές τους. Γι’ αυτό και οι πωλήσεις του μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσες από τις αγορές του. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει όλες τις πωλήσεις από το χαρτοφυλάκιο της Berkshire κατά το δ’ τρίμηνο. Ο Μπάφετ αποσύρθηκε εντελώς από μικρότερες θέσεις, όπως στην κατασκευαστική D.R. Horton, στη fintech Stoneco και στις ασφαλιστικές εταιρείες Global Life και Markel. Η μεγαλύτερη αποεπένδυση στο τρίμηνο ήταν περίπου 10 εκατομμύρια μετοχές της Apple. Όχι πως ο Μπάφετ δεν πιστεύει πλέον στην Apple. Το πιθανότερο είναι που κατοχύρωσε κέρδη και εξισορρόπησε το χαρτοφυλάκιό του. Ποιες μετοχές αγόρασε πρόσφατα ο ΜπάφετΟι νεοεισερχόμενοι στο χαρτοφυλάκιο του Μπάφετ γίνονται πάντα είδηση, αφού ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής προτιμά εταιρείες με σταθερές, μακροπρόθεσμες προοπτικές. Δυστυχώς, η αγοραστική δραστηριότητα του Μπάφετ στο δ’ τρίμηνο ήταν μικρή. Η Berkshire αύξησε τις θέσεις της σε τρεις μετοχές και δεν αγόρασε κανένα νέο τίτλο. Ειδικότερα, αγόρασε 34 εκατομμύρια μετοχές των αγαπημένων του Chevron και Occidental Petroleum, από τον κλάδο της ενέργειας. Και οι δύο εταιρείες σημείωσαν διψήφια πτώση στο δ’ τρίμηνο έως και τα μέσα Δεκεμβρίου. Ο Μπάφετ πιθανότατα αγόρασε στη βουτιά για να αυξήσει τις συμμετοχές του με φτηνό κόστος. Δεν είναι από αυτούς που φοβούνται τις πρόσκαιρες συνθήκες, όπως η πτώση της τιμής του πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η αγορά της SIRI είναι πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Ο Μπάφετ άνοιξε τη θέση στο γ’ τρίμηνο και τετραπλασίασε τη συμμετοχή του στο δ’ τρίμηνο. Οι top picks του ΜπάφετΤο χαρτοφυλάκιο της Berkshire περιλαμβάνει μετοχές υψηλής αξίας από τους κλάδους της τεχνολογίας, των χρηματοοικονομικών, της ενέργειας και των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Ας δούμε ποιες από αυτές βάζουν υποψηφιότητα για να ενταχθούν στο χαρτοφυλάκιό σας το 2024. Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει 10 μετοχές του Μπάφετ που αρέσουν στους αναλυτές για το 2024, με σειρά από τις μεγαλύτερες προς τις μικρότερες. [Σημείωση: Είμαι μακροχρόνα μέτοχος της Coca-Cola]. Στον Buffett αρέσουν οι εταιρείες με ηγετικές προσωπικότητες στη διοίκηση, σταθερό ιστορικό και πλατιά “οικονομική τάφρο”. Η “οικονομική τάφρος” είναι ένας όρος του Μπάφετ που αποτυπώνει ένα σταθερό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, όπως η επωνυμία, το μέγεθος, το υψηλό κόστος αλλαγής για τους πελάτες κ.ο.κ. Μια “πλατιά τάφρος” προστατεύει την επιχείρηση από τη φθορά του ανταγωνισμού. Ως επενδυτής αξίας, ο Μπάφετ προτιμά να εισπράττει μερίσματα αντί να περιμένει κέρδη από τις αυξήσεις των. Εννέα μετοχές στην πιο πάνω λίστα διανέμουν μέρισμα, με την Amazon να αποτελεί τη μόνη εξαίρεση. Απόδοση – επιμέλεια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος Πηγή: forbesgreece.gr

Το ράλι του Nikkei 225 εξαρτάται από τις μετοχές $7 δισ. μιας εταιρείας

Του William Pesek Καθώς το παγκόσμιο κεφάλαιο ανακαλύπτει πάλι την Ιαπωνία, οι “μπαρουτοκαπνισμένοι” επενδυτές χρειάζονται διαπιστευτήρια ότι όντως ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας έχει αλλάξει. To ζήτημα δεν είναι “προσωπικό”. Απλώς, δεν είναι η πρώτη φορά που οι επενδυτές έρχονται σε επαφή με “μεγαλοστομίες” για πράγματα που επί της ουσίας είναι αλλιώς. Βέβαια, οι προσπάθειες της τελευταίας δεκαετίας να αυξηθούν οι αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων και να αποκτήσουν οι μέτοχοι πιο δυνατή φωνή είχαν αποτέλεσμα, ωθώντας τον Nikkei 225 για πρώτη φορά στην ιστορία του πάνω από τις 40.000 μονάδες. Το 2024 φαίνεται πως θα είναι μια χρονιά εμπιστοσύνης, αλλά και επαλήθευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια του ακτιβιστικού fund Elliott Investment Management να πείσει τον μεγαλύτερο όμιλο ακινήτων της Ιαπωνίας Mitsui Fudosan να προχωρήσει στην επαναγορά μετοχών ύψους σχεδόν 7 δισ. δολαρίων είναι το hot θέμα που πρέπει να παρακολουθούμε. Oι Financial Times ήταν οι πρώτοι που αποκάλυψαν ότι το fund έχει αποκτήσει μερίδιο άνω του 2% στη Mitsui Fudosan. Το Elliott Investment Management παροτρύνει την κατασκευάστρια εταιρεία να μειώσει τη συμμετοχή της στην Oriental Land, η οποία διαχειρίζεται το Tokyo Disney Resort. Η “ενθάρρυνση” αυτή συγκεντρώνει το ενδιαφέρον μας για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή η Mitsui Fudosan -με 82 χρόνια ιστορία- είναι εμβληματική για το ιαπωνικό επιχειρείν. Όπως δήλωσε στο CNBC ο Jesper Koll της Monex Group: “Η πίεση στις ιαπωνικές εταιρείες είναι πλέον αμείλικτη – οι “νωθροί” ισολογισμοί δεν θα είναι πλέον ανεκτοί. Ακόμη και -πρώην “ανέγγιχτες”- ελίτ εταιρείες, όπως Mitsui Fudosan, μπαίνουν πλέον στο στόχαστρο”. Δεύτερον, το fund έχει αποδείξει ότι διαθέτει την ικανότητα να πείθει τις εταιρείες να προχωρούν σε αλλαγές. Πριν από δώδεκα μήνες, η εταιρεία του Paul Singer κατάφερε να πείσει την Dai Nippon Printing Co. να πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη επαναγορά μετοχών στην 147χρονη ιστορία της. Η Dai Nippon ήταν μια έξυπνη επιλογή από το αμερικανικό fund. Μπορεί να είχε μακρά ιστορία, όμως δεν ήταν γνωστή ανά τον κόσμο. Η Dai Nippon αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα του γιατί το κεφάλαιο τρέχει προς την Ιαπωνία. Η εταιρεία είναι πλούσια σε μετρητά, κατέχει αθόρυβα δεσπόζουσα θέση στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και η μετοχή της τείνει να διαπραγματεύεται πολύ κάτω από τη λογιστική της αξία. Η Dai Nippon έχει σημαντικό μερίδιο στην παγκόσμια αγορά των εξαρτημάτων για την παραγωγή smartphones, ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ημιαγωγών. Σε οποιαδήποτε λίστα με υποτιμημένες, αλλά πολλά υποσχόμενες ιαπωνικές μετοχές, η Dai Nippon δικαιούται μια θέση κοντά στην κορυφή. Φυσικά, αντικείμενο συζήτησης για τους επενδυτές είναι αν η πώληση των μετοχών της Oriental Land που επιθυμεί το fund Elliott είναι η καλύτερη κίνηση. Εναλλακτικά, μήπως η Mitsui Fudosan να χρησιμοποιήσει τα έσοδα από το μερίδιο 5,4% που κατέχει στην κατασκευάστρια εταιρεία για να επενδύσει πιο επιθετικά σε μελλοντικά projects ανάπτυξης; Ό,τι κι αν συμβεί, η πίεση που ασκεί το fund -και η προφανής μη αντίδραση από τη Mitsui Fudosan- είναι ένα σαφές σημάδι ότι η Ιαπωνία είναι ένα διαφορετικό μέρος από ό,τι το 2014. Ήταν η χρονιά που το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα του πρωθυπουργού Fumio Kishida άρχισε επιτέλους να ασχολείται σοβαρά με την αναβάθμιση του ιαπωνικής οικονομίας. Άρχισε να εφαρμόζει έναν κώδικα διαχείρισης, εμπνευσμένο από το Ηνωμένο Βασίλειο, για να ωθήσει τις εταιρείες να αυξήσουν την απόδοση του κεφαλαίου, να βάλουν τέλος στις συμφωνίες “της παλιάς οικονομίας” με “φίλιους” επιχειρηματικούς ομίλους και να δώσουν στους μετόχους πιο δυνατή φωνή. Μια δεκαετία μετά, οι αναβαθμίσεις αυτές κερδίζουν έδαφος. Ξεκάθαρη απόδειξη είναι ότι ο Nikkei ξεπέρασε τα υψηλά επίπεδα της “φούσκας του 1989”. Μπορεί να συνεχιστεί το ράλι του Nikkei, που τρέχει άνω του 46% τους τελευταίους 12 μήνες; Μόνο ο χρόνος θα το δείξει. Αλλά το πώς θα συνεχιστεί αυτή η ανοδική πορεία έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το πόσο καλά “θα παίξει το φύλλο του” το κόμμα του Kishida. Το “φύλλο” δεν είναι τόσο καλό όσο νομίζουν οι επενδυτές που σπεύδουν προς την Ιαπωνία. Το πρόβλημα είναι ότι η επιτυχία του LDP να βγάλει τις ιαπωνικές από τη δεκαετία του 1980 δεν έχει αντιστοιχία σε άλλους τομείς της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ασίας. Τον Δεκέμβριο του 2012, το LDP επέστρεψε στην εξουσία ανοίγοντας μια τολμηρή συζήτηση για μια επερχόμενη θεραπεία-σοκ της οικονομίας από με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό σήμαινε ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα εφάρμοζε ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και θα αποδυνάμωνε το γιεν κατά 30%. Οι εξαγωγές άνθισαν και τα εταιρικά κέρδη διογκώθηκαν. Αλλά ο τότε πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε γρήγορα έβαλε στο ράφι τα σχέδια για τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη διεθνοποίηση των εργασιακών πρακτικών, την αναθέρμανση της καινοτομίας, την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση των γυναικών. Δίνοντας προτεραιότητα στην υποτίμηση του γιεν και στον εταιρικό αναπροσανατολισμό, η εποχή Άμπε (2012-2020) επιχείρησε κυρίως να επαναφέρει τα “trickle-down economics” του 1980. Αυτό δεν λειτούργησε για τη συντριπτική πλειονότητα των 125 εκατ. κατοίκων της Ιαπωνίας, καθώς ο πληθωρισμός ξεπέρασε τη μέση αύξηση των μισθολογίων. Γι’ αυτό είναι ζωτικής σημασίας να αποδείξει ο Kishida στους ξένους επενδυτές -που δίνουν άλλη μια ευκαιρία στην Ιαπωνία- ότι έρχονται νέες μεταρρυθμίσεις. Τον Οκτώβριο του 2021, ο Kishida ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενος έναν “νέο καπιταλισμό” για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής της μεσαίας τάξης που είδε τα εισοδήματά της να παραμένουν στάσιμα για δεκαετίες. Έχει σημειώσει ελάχιστη, για να μην πούμε μηδενική, πρόοδο. Το ίδιο ισχύει και για το έξυπνο σχέδιο του Kishida να αξιοποιήσει το κρατικό συνταξιοδοτικό επενδυτικό ταμείο της Ιαπωνίας ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων, το μεγαλύτερο στον κόσμο, για να χρηματοδοτήσει start-ups. Σε μεγάλο βαθμό, το πλάνο αυτό έχει παραμείνει πλάνο. Με τα ποσοστά αποδοχής του να κυμαίνονται στο 20-25%, έχει ο Kishida το πολιτικό κεφάλαιο για να ωθήσει το κοινοβούλιο -που αποφεύγει τις μεταρρυθμίσεις- να πάρει ρίσκα και να ταρακουνήσει μια γερασμένη οικονομία; Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτή είναι η μόνη ευκαιρία της κυβέρνησής του να επιβιώσει. Απόδοση – επιμέλεια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος Πηγή: forbesgreece.gr