Νοσοκομεία: Αύξηση 6,8% στις δαπάνες το 2024 – Ρεκόρ στις νοσηλείες

Από την Έφη Τσιβίκα Σε επίπεδο ρεκόρ διαμορφώθηκαν οι δαπάνες των νοσοκομείων του ΕΣΥ το 2024, υπερβαίνοντας τα 2,3 δισ. ευρώ. Αν και το αντίστοιχο ποσό το 2023 ήταν άνω των 3,2 δισ. ευρώ, το 2024 ουσιαστικά δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες για φάρμακα. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το «Σύστημα Επιχειρηματικής Ευφυΐας (Bi-Health)» του υπουργείου Υγείας, το σύνολο των δαπανών των νοσοκομείων των επτά Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας (ΥΠΕ), διαμορφώθηκε το προηγούμενο έτος στα 2.324 εκατ. ευρώ, έναντι 2.175 εκατ. ευρώ το 2023, σημειώνοντας αύξηση 6,8%. Τα ποσά αυτά περιλαμβάνουν τις δαπάνες για υλικά και υπηρεσίες αλλά και για συγκεκριμένες κατηγορίες μισθοδοσίας (όχι τη βασική). Ωστόσο, δεν περιλαμβάνουν καθόλου τα φάρμακα, τα οποία έχουν περάσει πλέον στο σύνολό τους (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων) στη διαχείριση της Εθνικής Κεντρικής Αρχής Προμηθειών Υγείας (ΕΚΑΠΥ) και, ουσιαστικά, δεν καταγράφονται στο σύστημα Βi-Health (μόλις 216.117.808, έναντι 1.039.918 το 2023) Σύμφωνα με πληροφορίες πάντως, η δαπάνη για νοσοκομειακά φάρμακα που διαχειρίζεται η ΕΚΑΠΥ, ανήλθε το προηγούμενο έτος σε περίπου 1,49 δισ. ευρώ, έναντι 1,53 δισ. ευρώ το 2023. Έξοδα για ύλες, αναλώσιμα και υπηρεσίεςΠέρυσι οι δαπάνες των νοσοκομείων για αγορά Πρώτων και Βοηθητικών Υλών (εκτός φαρμάκων), ανήλθαν στα 1.172 εκατ. ευρώ, έναντι 1.076 εκατ. ευρώ το 2023, σημειώνοντας αύξηση 8,9%. Ανά υποκατηγορία, διαμορφώθηκαν ως εξής: Υγειονομικό υλικό: 738 εκατ. ευρώ έναντι 671 εκατ. ευρώ το 2023 (+ 10%) Ορθοπεδικό υλικό: 153 εκατ. ευρώ έναντι 127 εκατ. ευρώ (+20,4%) Αντιδραστήρια: 199 εκατ. ευρώ έναντι 198 εκατ. ευρώ (+0,5 %) Λοιπά υλικά: 83 εκατ. ευρώ έναντι 80 εκατ. ευρώ (+ 3,8 %) Τα έξοδα για Αναλώσιμα (αέρια, καύσιμα κ.ά) ανήλθαν σε 146.744.731 ευρώ, έναντι 147.676.069 ευρώ το 2023, παρουσιάζοντας μικρή πτώση (-0,63%), ενώ οι υποχρεώσεις για Υπηρεσίες (μισθοδοσία, ΔΕΚΟ, ασφάλεια, καθαριότητα κ.ά.), διαμορφώθηκαν σε 1.004.855.862 ευρώ, έναντι των 952.360.838 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 5,51%. Αύξηση σε χειρουργεία και νοσηλείεςΟι αυξημένες δαπάνες των νοσοκομείων ακολουθούν τις ανατιμήσεις σε υλικά και την άνοδο στον αριθμό των χειρουργείων, στο πλαίσιο της προσπάθειας που γίνεται για την αποσυμφόρηση της σχετικής λίστας, με τα απογευματινά και τα δωρεάν χειρουργεία. Επίσης, ακολουθεί την αύξηση των νοσηλειών, οι οποίες το 2024 ανήλθαν συνολικά σε 2.544.788 (αυξημένες κατά περίπου 40.000 σε σχέση με το 2023), σημειώνοντας ρεκόρ 11ετίας. Οι νοσηλείες που καταγράφηκαν, ωστόσο, δεν αντιστοιχούν απαραίτητα σε ίδιο αριθμό ασθενών, καθώς ορισμένοι πολίτες νοσηλεύτηκαν περισσότερες από μία φορές. Συνολικά, οι ημέρες νοσηλείας όλων των ασθενών άγγιξαν τα 8,3 εκατομμύρια. Ρεκόρ 5ετίας σημειώθηκε όσον αφορά στην επισκεψιμότητα τόσο στα εξωτερικά ιατρεία όσο και στα τμήματα επειγόντων περιστατικών των νοσοκομείων. Το 2024, εξετάστηκαν 11.803.047 περιστατικά, έναντι 11.359.194 το 2023. Συγκεκριμένα: Οι επισκέψεις στα Τακτικά εξωτερικά ιατρεία (ΤΕΙ) έφτασαν τις 6.376.981, αυξημένες κατά 3,4% σε σχέση με το 2023. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός είναι κατά 1,3 εκατομμύρια μικρότερος σε σύγκριση με το 2019, πριν από την πανδημία. Αυτό ενδεχομένως δείχνει μια τάση των πολιτών να στρέφονται σε ιδιώτες γιατρούς ή σε άλλες δημόσιες δομές πρωτοβάθμιας περίθαλψης, πιθανώς λόγω ανησυχίας για την έξαρση ιώσεων. Στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) καταγράφηκαν 4.839.771 επισκέψεις, αυξημένες κατά 227.719 σε σύγκριση με το 2023. Τα ολοήμερα ιατρεία (πρώην απογευματινά) δέχτηκαν 586.295 επισκέψεις, έναντι 577.895 το προηγούμενο έτος. Το 2024 τα νοσοκομεία εισέπραξαν συνολικά 894.011.116 ευρώ (έναντι 943.961.210 ευρώ το 2023), εκ των οποίων τα 854.958.547 ευρώ προήλθαν από ασφαλιστικούς φορείς και τα 39.052.568 ευρώ από ιδιώτες. Από αυτά, 790.415.433 αφορούσαν σε νοσήλια προηγούμενου έτους. Πηγή: insider.gr
Ποια ήταν η οικονομική πραγματικότητα πίσω από το έπος του 1821

Φωτογραφία: SOOC/ KONSTANTINOS TSAKALIDIS Από τον Θανάση Κουκάκη Το Dnews απαντά σε ερωτήματα γύρω από τα οικονομικά της Επανάστασης του 1821. Ποια ήταν η οικονομική πραγματικότητα πίσω από το έπος του 1821; Πώς κατάφερε ένα επαναστατημένο έθνος, χωρίς δομές, χωρίς σταθερά έσοδα και χωρίς διεθνή αναγνώριση, να χρηματοδοτήσει έναν πολύχρονο και αιματηρό αγώνα; Ποιες πρακτικές εφαρμόστηκαν για τη συγκέντρωση πόρων, ποια λάθη έγιναν και ποιοι θεσμοί γεννήθηκαν μέσα από τη φωτιά της Επανάστασης; Στο παρακάτω αφιέρωμα, το Dnews απαντά σε ερωτήματα γύρω από τα οικονομικά της Επανάστασης του 1821. Με τη μορφή ερωταποκρίσεων, φωτίζονται άγνωστες πτυχές του Αγώνα: από τις λεηλασίες και τα πρώτα δάνεια μέχρι την προσπάθεια συγκρότησης κρατικού προϋπολογισμού και τους σπόρους ενός μελλοντικού κράτους δικαίου. Η ιστορία του Αγώνα δεν γράφτηκε μόνο με σπαθί και καριοφίλι, αλλά και με αποφάσεις που αφορούσαν χρήματα, διαχείριση, θεσμούς και –τελικά– πολιτική επιβίωση. Ερώτηση: Ήταν επαρκώς προετοιμασμένοι οι Έλληνες από οικονομικής άποψης όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821; Απάντηση: Όχι, η Επανάσταση ξέσπασε χωρίς ουσιαστική οικονομική προετοιμασία. Οι λίγες διαθέσιμες οικονομικές δομές, όπως η «κάσα» της Φιλικής Εταιρείας, είχαν περιορισμένες δυνατότητες και δεν μπορούσαν να καλύψουν τις τεράστιες ανάγκες ενός πολέμου διαρκείας. Η χρηματοδότηση του Αγώνα βασίστηκε αρχικά σε αυτοσχέδιες και συχνά ανορθόδοξες μεθόδους. Ερώτηση: Ποιες ήταν οι βασικές πηγές συγκέντρωσης πόρων στην πρώτη φάση του Αγώνα; Απάντηση: Οι πόροι συγκεντρώνονταν μέσα από ένα πολύμορφο και ανομοιογενές σύστημα. Περιλάμβανε από επιθετικές πρακτικές όπως λεηλασίες, λύτρα και βίαιη δήμευση περιουσιών, μέχρι πιο θεσμοθετημένες μορφές όπως έμμεσους φόρους και εράνους. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης οι εθελοντικές προσφορές Ελλήνων της διασποράς και φιλελλήνων από το εξωτερικό. Ερώτηση: Πώς προσπάθησε το επαναστατικό κράτος να οργανώσει τη διαχείριση αυτών των πόρων; Απάντηση: Παρά την αρχική αταξία, το επαναστατικό κράτος κατέβαλε προσπάθεια να οργανώσει τη διαχείριση των χρημάτων και των πόρων μέσα από θεσμούς. Δημιουργήθηκαν εθνικά ταμεία για την κεντρική διαχείριση εσόδων, υπουργεία, διοικητικές επιτροπές και δικαστήρια λειών, ενώ οι εθνοσυνελεύσεις καθιέρωσαν ένα είδος πολιτικού ελέγχου και θεσμικής νομιμοποίησης. Η ανάγκη για κοινωνική αποδοχή και ενότητα επέβαλε τη θεσμική οργάνωση, ακόμα κι αν αυτή συχνά λειτουργούσε με προβλήματα. Ερώτηση: Υπήρξε συνέχεια με τις οθωμανικές διοικητικές πρακτικές στην οικονομική διαχείριση; Απάντηση: Ναι, οι επαναστάτες δεν κατάργησαν πλήρως τις οθωμανικές διοικητικές δομές, αλλά τις προσάρμοσαν στις νέες ανάγκες. Η πρακτική της ενοικίασης φόρων, οι κατάλογοι κεφαλικών φόρων και οι τοπικές λίστες εισφορών συνεχίστηκαν και εντάχθηκαν στο νέο επαναστατικό πλαίσιο. Αυτό επέτρεψε την ανακατανομή πόρων και την επιβίωση του Αγώνα, παρά τις σημαντικές δυσκολίες και αδυναμίες εφαρμογής. Ερώτηση: Πότε εμφανίστηκε η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια προϋπολογισμού; Απάντηση: Η πρώτη οργανωμένη απόπειρα σύνταξης κρατικού προϋπολογισμού πραγματοποιήθηκε στη Β’ Εθνοσυνέλευση, το 1823. Εκεί καταγράφηκαν οι ανάγκες του Αγώνα, αλλά και τα όρια της οικονομικής του αντοχής. Πρόκειται για μια πρώιμη μορφή δημοσιονομικού σχεδιασμού, που έθεσε τις βάσεις για τη μελλοντική κρατική οργάνωση. Ερώτηση: Πώς αντιμετώπισε η Επανάσταση το ζήτημα της χρηματοδότησης σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα; Απάντηση: Η ανάγκη για σταθερούς πόρους οδήγησε σχετικά νωρίς στην προσφυγή στον δανεισμό. Τα δάνεια είχαν τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική διάσταση. Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν κυρίως σε εξωτερικά δάνεια από ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο όχι μόνο την οικονομική ενίσχυση αλλά και την πολιτική αναγνώριση του Αγώνα. Ταυτόχρονα, τα δάνεια αποτέλεσαν εργαλείο ισχύος και πολιτικού ελέγχου, εντείνοντας συχνά τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Ερώτηση: Ποιες ήταν οι δυσκολίες και τα προβλήματα που προέκυψαν με τα εξωτερικά δάνεια; Απάντηση: Τα εξωτερικά δάνεια συνοδεύτηκαν από σειρά προβλημάτων. Συχνά οι όροι ήταν επαχθείς, το πραγματικό ποσό που έφτανε στην Ελλάδα ήταν μικρότερο από το αρχικά συμφωνηθέν και πολλά χρήματα χάνονταν σε μεσιτείες, τόκους και αδιαφανείς διαδικασίες. Το πρώτο βρετανικό δάνειο του 1824 είχε ονομαστική αξία 800.000 λιρών, αλλά μόλις 300.000 έφτασαν στην Ελλάδα. Το δεύτερο δάνειο του 1825, ύψους 2.000.000 λιρών, απέφερε μόνο 100.000 και κάποια εφόδια. Ερώτηση: Πώς σχολιάστηκε τότε η κακοδιαχείριση των οικονομικών πόρων; Απάντηση: Η διαχείριση των δανείων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ο Αμερικανός γιατρός και φιλέλληνας Σάμιουελ Χάου καυτηρίασε τη διασπάθιση των χρημάτων, σημειώνοντας ότι λιγότερο από το ένα έκτο των ζητούμενων ποσών κατέληξε στους αγωνιστές. Ο Τζορτζ Φίνλεϊ, γνωστός για τη νηφάλια αλλά αυστηρή ματιά του, περιέγραψε με σκληρούς όρους τη σπατάλη, τις εξαγορές και την επίδειξη πλούτου από μέλη της διοίκησης στο Ναύπλιο. Ερώτηση: Παρά τις δυσκολίες, υπήρξαν θετικά αποτελέσματα στην οικοδόμηση του κράτους; Απάντηση: Ναι, παρά τις αστοχίες, η προσπάθεια συγκρότησης θεσμών οικονομικής διαχείρισης μέσα σε πολεμικές συνθήκες άφησε θετικό αποτύπωμα. Η ίδρυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου το 1829, η δημιουργία των πρώτων υπουργείων και η εφαρμογή πρακτικών ελέγχου της δημόσιας δαπάνης αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το μεταγενέστερο ελληνικό κράτος. Ερώτηση: Υπήρξαν οικονομικές καινοτομίες μέσα στον Αγώνα; Απάντηση: Ασφαλώς. Αναπτύχθηκαν μορφές οιονεί χρήματος, όπως τα γραμμάτια και οι εθνικές ομολογίες. Αυτές οι λύσεις προέκυψαν από την ανάγκη και την έλλειψη μετρητών, και προσαρμόστηκαν στις ιδιαιτερότητες της εποχής, προσφέροντας εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης του πολέμου. Ερώτηση: Τι μας διδάσκει σήμερα η οικονομική πλευρά της Επανάστασης του 1821; Απάντηση: Η οικονομική ιστορία της Επανάστασης είναι ένα πολύτιμο παράδειγμα για το πώς μπορούν να στηθούν θεσμοί και δομές διαχείρισης του δημόσιου χρήματος ακόμα και μέσα σε συνθήκες χάους και πολέμου. Παρά τις σπατάλες, τη διαφθορά και τις δυσκολίες, η ανάγκη για ανεξαρτησία έφερε στην επιφάνεια κοινωνικά αντανακλαστικά, μορφές αλληλεγγύης και θεσμικές πρωτοβουλίες που θεμελίωσαν το νέο ελληνικό κράτος. Ωστόσο, αν και έχουν περάσει 204 χρόνια από τότε κάποιες «κακές συνήθειες» παραμένουν στο «εθνικό DNA». Πηγή: dnews.gr
Ποιοι οδηγούν την επέκταση της τουριστικής σεζόν στην Ελλάδα

Οι τουρίστες από ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία στηρίζουν την επέκταση της τουριστικής περιόδου. Οι προκλήσεις και οι προοπτικές Photo: Τουρισμός στην Ελλάδα © Unsplash Από Βίκη Τρύφωνα Η τουριστική περίοδος στην Ελλάδα επεκτείνεται, με το φθινόπωρο να αναδεικνύεται στο δυναμικότερο διάστημα εκτός καλοκαιριού. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται από τα πρόσφατα στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας, σύμφωνα με τα οποία σχεδόν 1 στους 4 ταξιδιώτες επισκέφθηκε τη χώρα το φθινόπωρο του 2024. Οι φθινοπωρινές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 9% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 9,3 εκατ. επί συνόλου 36 εκατ. τουριστών. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια γενικότερη μεταβολή στις ταξιδιωτικές συνήθειες, με τους επισκέπτες να αναζητούν πιο ήσυχες περιόδους, καλύτερες τιμές και αυθεντικές εμπειρίες. Παράλληλα, η ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας πέρα από το καλοκαίρι συμβάλλει στην οικονομική σταθερότητα του κλάδου και στην ισορροπημένη κατανομή των τουριστικών εσόδων. Οι αγορές που ενισχύουν τη μείωση της εποχικότηταςΗ σταδιακή εξομάλυνση της εποχικότητας υποστηρίζεται από τέσσερις βασικές αγορές: το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Οι χώρες αυτές αύξησαν το συνολικό τους μερίδιο στον ελληνικό τουρισμό από 35% το 2019 σε 39% το 2024. Η μεγαλύτερη άνοδος καταγράφηκε από ταξιδιώτες του Ηνωμένου Βασιλείου (+37%) και της Γερμανίας (+30%), με τις δύο χώρες να ευθύνονται για το 50% της συνολικής αύξησης των αφίξεων εκτός καλοκαιριού. Οι ΗΠΑ ακολούθησαν με αύξηση 28%, ενώ η Γαλλία σημείωσε άνοδο 14%. Η αμερικανική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λόγω της υψηλής μέσης δαπάνης ανά επισκέπτη. Συγκεκριμένα, κάθε Αμερικανός τουρίστας ξοδεύει κατά μέσο όρο 960 ευρώ ανά ταξίδι, έναντι 555 ευρώ για τους Γερμανούς, 529 ευρώ για τους Βρετανούς και 512 ευρώ για τους Γάλλους. Η μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη των Αμερικανών, σε συνδυασμό με τη χαμηλότερη εποχικότητα των ταξιδιών τους, καθιστά τη συγκεκριμένη αγορά στρατηγικής σημασίας για την ελληνική τουριστική βιομηχανία. Οι επιπτώσεις στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τις τιμέςΗ μείωση της εποχικότητας αντανακλάται στην αύξηση του ξενοδοχειακού τζίρου κατά τη φθινοπωρινή περίοδο. Οι πωλήσεις των ξενοδοχείων αυξήθηκαν κατά 28% σε σχέση με το 2019, με ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις και κατά τη διάρκεια του χειμώνα (+38%), της άνοιξης (+23%) και του καλοκαιριού (+16%). Σε μηνιαία βάση, η μεγαλύτερη αύξηση πωλήσεων σημειώθηκε τον Νοέμβριο (+51%), τον Φεβρουάριο (+45%) και τον Ιανουάριο (+40%), δείχνοντας ότι η τουριστική δραστηριότητα διατηρείται σε υψηλά επίπεδα ακόμα και στους πιο ήσυχους μήνες. Γεωγραφικά, τα νησιά κατέγραψαν τη μεγαλύτερη αύξηση πωλήσεων (+30%), ακολουθούμενα από τις αστικές περιοχές (+28%) και τους ηπειρωτικούς προορισμούς (+14%). Οι προορισμοί που πρωτοστάτησαν στην άνοδο ήταν τα Ιόνια Νησιά (+88% σε σχέση με το 2019), τα Δωδεκάνησα (+78%), η Κρήτη (+72%), οι Κυκλάδες (+39%) και το Βόρειο Αιγαίο (+64%). Η αύξηση της αεροπορικής κίνησης ως ένδειξη επέκτασης της σεζόνΗ ενίσχυση της τουριστικής κίνησης εκτός καλοκαιριού αποτυπώνεται και στα φετινά αεροπορικά δεδομένα. Η επιβατική κίνηση στα ελληνικά αεροδρόμια αυξήθηκε κατά 6,1% το πρώτο δίμηνο του 2025, με 5,32 εκατ. επιβάτες έναντι 5,02 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Αντίστοιχα, οι κινήσεις αεροσκαφών αυξήθηκαν κατά 3,2%, δείχνοντας τη διαρκή ενίσχυση της ζήτησης. Ιδιαίτερη άνοδο σημείωσαν τα αεροδρόμια διαχείρισης της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), όπου η επιβατική κίνηση αυξήθηκε κατά 14,3%. Χαρακτηριστικά, το αεροδρόμιο του Ηρακλείου εξυπηρέτησε τον Φεβρουάριο 125.133 επιβάτες, σημειώνοντας αύξηση 30% σε σχέση με το 2024. Προκλήσεις και προοπτικές για το μέλλονΠαρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις στη μείωση της εποχικότητας. Η χώρα εξαρτάται ακόμα από την παραδοσιακή καλοκαιρινή αιχμή, ενώ πολλοί τουριστικοί προορισμοί παραμένουν κλειστοί τους χειμερινούς μήνες. Για να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η θετική τάση, απαιτείται στρατηγική ενίσχυση των θεματικών μορφών τουρισμού, όπως ο πολιτιστικός, ο γαστρονομικός, ο αθλητικός και ο συνεδριακός τουρισμός. Παράλληλα, η βελτίωση των υποδομών, η ενίσχυση της αεροπορικής συνδεσιμότητας και η διαφοροποίηση των προωθητικών ενεργειών μπορούν να συμβάλουν στην περαιτέρω ανάπτυξη της τουριστικής περιόδου. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε έναν προορισμό τεσσάρων εποχών. Η ενίσχυση της φθινοπωρινής και χειμερινής τουριστικής κίνησης δείχνει ότι η στροφή προς ένα πιο βιώσιμο, ισορροπημένο και ανθεκτικό τουριστικό μοντέλο είναι εφικτή. Πηγή: powergame.gr
Η Ιταλία διακόπτει τις συνομιλίες για χρήση του Starlink

Η Ιταλία παγώνει τις συνομιλίες χρήση της υπηρεσίας Starlink του Έλον Μασκ σε στρατιωτικές και κυβερνητικές εφαρμογές, σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας Guido Crosetto, που δηλώνει σε συνέντευξή του: «Δεν μιλάμε για τις τεχνικές λεπτομέρειες. Όταν η αντιπαράθεση υποχωρήσει θα υπάρξει μία τεχνική προσέγγιση. Το κύριο σημείο παραμένει: τι είναι πιο χρήσιμο και ασφαλές για το κράτος.» Η Ιταλία σύμφωνα με το Bloomberg, έχει γίνει πιο προσεκτική ως προς τη συμφωνία ύψους 1,5 δισ. ευρώ με την Starlink, μετά τις αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, τις κατευθύνσεις της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ. Μάλιστα, η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι τόνισε στους υπουργούς της ότι η νέα κατάσταση πραγμάτων απαιτεί την εύρεση εναλλακτικής λύσης. Η Eutelsat Communications θα μπορούσε ενδεχομένως, σύμφωνα με τους ειδικούς, να είναι υποψήφια για συνεργασία σε ασφαλείς δορυφορικές επικοινωνίες με την κυβέρνηση.
Οικονομική Ανασφάλεια και Γεννητικότητα: Γιατί οι Νέοι Δεν Κάνουν Παιδιά

Η μείωση της γεννητικότητας αποτελεί ένα από τα κρισιμότερα δημογραφικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν πολλές ανεπτυγμένες χώρες. Ενώ παλαιότερα η απόκτηση παιδιών θεωρούνταν δεδομένη, σήμερα όλο και περισσότεροι νέοι αποφεύγουν ή καθυστερούν τη δημιουργία οικογένειας. Το Businewss.gr διερευνά τους παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτή την τάση, αναδεικνύοντας πως ένας από τους βασικότερους λόγους αποδίδεται στην οικονομική ανασφάλεια. Η Σύνδεση Οικονομικής Σταθερότητας και Γεννητικότητας Οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν άμεσα τις αποφάσεις των νέων για τη δημιουργία οικογένειας. Η αστάθεια στην αγορά εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί και το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής δυσχεραίνουν τη δυνατότητα απόκτησης παιδιών. – Ανεργία και Επισφαλής Εργασία: Η γενιά των Millennials και της Gen Z νιώθει εργασιακά ανασφαλής, με πολλούς να εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή σε χαμηλόμισθες θέσεις, γεγονός που τους αποτρέπει από το να κάνουν μακροπρόθεσμα σχέδια. – Υψηλό Κόστος Διαβίωσης: Τα ενοίκια και οι τιμές ακινήτων έχουν εκτοξευθεί, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την εξεύρεση στέγης. Παράλληλα, τα έξοδα διατροφής, υγειονομικής περίθαλψης και ανατροφής ενός παιδιού συνεχώς αυξάνονται. – Έλλειψη Κοινωνικών Παροχών: Σε πολλές χώρες, η στήριξη των νέων οικογενειών αποδεικνύεται προκλητικά ανεπαρκής. Η έλλειψη βρεφονηπιακών σταθμών, οι περιορισμένες γονικές άδειες, η αποσπασματικές επιδοτήσεις, οι συρρικνωμένες παροχές, η ανύπαρκτη πολιτική για την οικογένεια λειτουργούν άκρως αποτρεπτικά. Σύγκριση με Άλλες Χώρες: Τι Δουλεύει και Τι Όχι Ορισμένες χώρες έχουν καταφέρει να διατηρήσουν υψηλότερα ποσοστά γεννητικότητας, κυρίως μέσω των γενναιόδωρων ορθολογικών κοινωνικών πολιτικών που εφαρμόζουν: – Σκανδιναβικά κράτη (Σουηδία, Νορβηγία, Δανία): Προσφέρουν εκτεταμένες γονικές άδειες, επιδοτήσεις για παιδικούς σταθμούς, ευέλικτα εργασιακά προγράμματα. – Γαλλία: Επιδοτεί τις πολύτεκνες οικογένειες και υιοθετεί φορολογικά κίνητρα για τους γονείς. – Ιαπωνία και Νότια Κορέα: Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να ενισχύσει τη γεννητικότητα, η εργασιακή κουλτούρα υπερβολικών ωραρίων και το υψηλό κόστος διαβίωσης έχουν οδηγήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα γεννητικότητας. Μπορεί η Ελλάδα να Αντιστρέψει τη Δημογραφική Κρίση; Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα, καθώς η γεννητικότητα έχει πέσει σε 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το απαιτούμενο 2,1 για τη διατήρηση του πληθυσμού. Για να αλλάξει αυτή η τάση, χρειάζονται ουσιαστικές παρεμβάσεις: Αύξηση επιδομάτων και φορολογικών ελαφρύνσεων για οικογένειες. – Αύξηση επιδομάτων και φορολογικών ελαφρύνσεων για οικογένειες. – Βελτίωση των βρεφονηπιακών δομών και υποστήριξη των εργαζόμενων γονέων. – Ενίσχυση της σταθερής και καλά αμειβόμενης απασχόλησης προκειμένου να διαμορφωθεί στους νέους ένα κλίμα μεγαλύτερης οικονομικής ασφάλειας. Συμπέρασμα Αντιλαμβανόμαστε πλέον ότι η απόκτηση παιδιών δεν είναι μόνο ζήτημα προσωπικής επιλογής, αλλά και αποτέλεσμα των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών. Αν η πολιτική εξουσία επιθυμεί να αντιμετωπίσει τη δημογραφική κρίση, θα πρέπει να επενδύσει σε πολιτικές διασφάλισης της οικονομικής σταθερότητας και επαρκούς κοινωνικής στήριξης των νέων οικογενειών. Άλλως, το φαινόμενο της χαμηλής γεννητικότητας θα συνεχίσει να επιδεινώνεται, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις για το μέλλον της οικονομίας και κυρίως της κοινωνίας.