Η McDonald’s μηνύει καρτέλ για συνομωσία καθορισμού τιμών

Η McDonald’s μηνύει τις JBS, Tyson Foods και άλλες κορυφαίες εταιρείες επεξεργασίας και συσκευασίας κρέατος, κατηγορώντας τες ότι επί χρόνια κατέβαλαν προσπάθειες περιορισμού προμηθειών βοείου κρέατος, αυξάνοντας τα κέρδη τους, αναγκάζοντας παράλληλα την εταιρεία να πληρώνει τεχνητά υψηλότερες τιμές. Η McDonald’s στην αγωγή που κατέθεσε την Παρασκευή σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μπρούκλιν καταθέτει ότι οι εταιρείες συσκευασίας κρέατος, συμπεριλαμβανομένων των Cargill και National Beef Packing, μείωσαν συλλογικά την παραγωγή τους για να ανεβάσουν τις τιμές του κλάδου από το 2015. Κατηγορεί τους μεγαλύτερους συσκευαστές κρέατος στον κόσμο ότι παραβιάζουν την αμερικανική αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, με το να συντονίζουν την τιμή που πλήρωναν για τα βοοειδή και τον όγκο σφαγής. «Μόνο οι συνωμοτούντες συσκευαστές κρέατος θα περίμεναν να επωφεληθούν μειώνοντας τις τιμές και τις αγορές σφαγμένων βοοειδών, επειδή θα γνώριζαν ότι η συνωμοσία τους θα τους προστάτευε από τη δυναμική μιας ανταγωνιστικής αγοράς», αναφέρει η McDonald’s στην αγωγή της. Οι παραγωγοί κρέατος αρνούνται οποιαδήποτε αδικοπραξία. Οι ενάγοντες σε αυτές τις υποθέσεις περιλαμβάνουν τις εταιρείες BJ’s Wholesale, Sodexo, Target και Aldi. Ας σημειωθεί ότι οι εταιρείες συσκευασίας βοείου κρέατος αντιμετωπίζουν επίσης αγωγές από καταναλωτές των ΗΠΑ, παραγωγούς βοοειδών και άλλους, οι οποίοι διεκδικούν χρηματικές αποζημιώσεις σε δικαστήριο της Μινεσότα. Οι παραγωγοί βοοειδών μάλιστα ισχυρίζονται ότι έχασαν δισεκατομμύρια, πουλώντας ζώα απευθείας στους συσκευαστές κρέατος για σφαγή. Η McDonald’s η οποία διαθέτει 13.000 εστιατόρια στις Ηνωμένες Πολιτείες από τα 39.000 παγκοσμίως σε περισσότερες από 100 χώρες, ζητά απροσδιόριστη χρηματική αποζημίωση και τον τερματισμό της φερόμενης συνωμοσίας καθορισμού τιμών. Ο περιφερειάρχης των ΗΠΑ στη Μινεάπολη, Τζον Τουνχάιμ, επιβλέπει τη συντονισμένη νομική διαδικασία για το βόειο κρέας, ενώ στον πρώτο επιβληθέντα διακανονισμό, η JBS είχε δηλώσει ότι το 2022 θα κατέβαλε 52,5 εκατ. δολάρια προκειμένου να καλύψει ορισμένες αξιώσεις των αγοραστών της συλλογικής αγωγής.
Πιστοποίηση “Great Place to Work” για δεύτερη χρονιά στον όμιλο GEP

Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά την πιστοποίηση “Great Place to Work”, λαμβάνει η GEP, ηγέτιδα εταιρεία στον κλάδο της Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία, για την κατηγορία 50- 250 εργαζομένων, με τη συμμετοχή του 98% του ανθρώπινου δυναμικού στη σχετική διαδικασία. Η επαναλαμβανόμενη σταθερή πιστοποίηση ως “Great Place to Work” υπογραμμίζει την επιτυχία των προσπαθειών της GEP να καλλιεργήσει ένα εργασιακό περιβάλλον υψηλών προδιαγραφών μια κουλτούρα εμπιστοσύνης, συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού, όπου θα αναδεικνύονται οι δεξιότητες του καθενός και η συμβολή του στη λειτουργία και ανάπτυξη της εταιρείας. Ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου GEP, Γιώργος Λαμπρινός (φωτ.), υπογραμμίζει: «Η επαναλαμβανόμενη αναγνώριση ως Great Place to Work αντικατοπτρίζει τη σταθερή δέσμευσή μας για ένα εργασιακό περιβάλλον υψηλών προδιαγραφών, που προάγει την ευημερία και την ανάπτυξη των ανθρώπων μας, με ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης, εξέλιξης και καινοτομίας. Είμαι ιδιαίτερα υπερήφανος που σε συνδυασμό με τη συγκεκριμένη διάκριση, η ομάδα μας με δέσμευση και αφοσίωση προσφέρει καθημερινά υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, διατηρώντας τη GEP στην κορυφή, γεγονός που μας δίνει περαιτέρω ώθηση να συνεχίσουμε να καινοτομούμε και να αναπτυσσόμαστε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ομάδα της GEP!». Η Φωτεινή Καλαντζή, Επικεφαλής του Τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού του Ομίλου GEP, σημειώνει: «Η δεύτερη συνεχόμενη πιστοποίηση ως Great Place to Work αποτελεί απόδειξη της σταθερής μας προσήλωσης στην ανάπτυξη των ανθρώπων μας. Είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που οι εργαζόμενοί μας αναγνωρίζουν τις προσπάθειές μας να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον, όπου μπορούν να αναπτυχθούν προσωπικά και επαγγελματικά και μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε να επενδύουμε στην ανάπτυξη της εταιρικής μας κουλτούρας για ένα δυναμικό και καινοτόμο εργασιακό περιβάλλον. Ευχαριστούμε πολύ τους ανθρώπους μας!».
ΑΒ Βασιλόπουλος: Γιατί επενδύει στα τοπικά προϊόντα – Το παράδειγμα της Κρήτης

Τα μερίδια και οι στόχοι της ΑΒ Βασιλόπουλος στην αγορά της Κρήτης – Με ποιες εταιρείες τροφίμων έχει αποκλειστική συνεργασία Ρεπορτάζ: Ξανθή Γούναρη Στις συνεργασίες με Έλληνες παραγωγούς -μικρούς και μεγαλύτερους- εστιάζει η ΑΒ Βασιλόπουλος δίνοντας ώθηση αφενός την ελληνική επιχειρηματικότητα και τον εγχώριο πρωτογενή τομέα και αφετέρου στα μερίδια της, αφού τα προϊόντα made in Greece συνεχίζουν σταθερά να κερδίζουν θέση στο καλάθι των νοικοκυριών παρά την επιμονή της ακρίβειας. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η Κρήτη, μια αγορά που και λόγω του ρεκόρ στις τουριστικές ροές αναπτύσσεται ταχύτατα. Για παράδειγμα στο επτάμηνο εφέτος παρουσίασε τον υψηλότερι ρυθμό αύξησης στις πωλήσεις (+5,3%), ξεπερνώντας τα 526 εκατ. ευρώ, ήτοι το 7,7% του συνολικού τζίρου των σούπερ μάρκετ, με βάση τα στοιχεία της Circana. Οι αποκλειστικές συνεργασίες της ΑΒ Βασιλόπουλος με τοπικούς παραγωγούςΜε τον τζίρο της ΑΒ τα τελευταία χρόνια «κολλημένο» πέριξ των 2 δισ. ευρώ (σ.σ. ανάλογες θα είναι οι επιδόσεις και το 2024), βασικός πυλώνας στο νέο αλφαβητικό αφήγημα για επιστροφή στην ανάπτυξη είναι και η ενίσχυση των τοπικών προϊόντων στο χαρτοφυλάκιό της μέσω αποκλειστικών συνεργασιών με παραγωγούς και ήδη σύμφωνα με τον Νίκο Λαβίδα, Brand President της ΑΒ Βασιλόπουλος έχουν κλείσει περί τις 20 συμφωνίες, τόσο με μεμονωμένους επιχειρηματίες όσο και με συνεταιρισμούς. Ειδικότερα στην αγορά της Κρήτης μεταξύ των αποκλειστικών συνεργασιών της ΑΒ είναι αυτή με τον Γαλακτοκομικό Κτηνοτροφικό Αγροτικό Συνεταιρισμό Ανωγείων, με εμπειρία 50 ετών στην τυροκομική τέχνη. Στην ίδια κατεύθυνση η αλυσίδα συνεργάζεται με την βιομηχανία επεξεργασίας κρέατος Krivek με τζίρο στα 50 εκατ. ευρώ εφέτος, η οποία έχει επεκτείνει τις εγκαταστάσεις της διαθέτοντας πλέον και μονάδα επεξεργασίας ψαριών. Επίσης η ΑΒ διατηρεί συνεργασία κατ’ αποκλειστικότητα με 4 μικρούς τοπικούς παραγωγούς τυροκομικών, όπως το τυροκομείο της οικογένειας Γυπαράκη, ενώ διακινεί αποκλειστικά και ορισμένα προϊόντα της εταιρείας Αμάρι Πρότυπος Γαλακτοκομική. Εκτός από παραγωγούς στην Κρήτη η ΑΒ Βασιλόπουλος έχει αποκλειστικές συνεργασίες και με άλλες παραγωγικές επιχειρήσεις ανά την Ελλάδα, όπως το Τυροκομείο Κωσταρέλου, την εταιρεία Μανιός, που δραστηριοποιείται εδώ και 20 χρόνια στην Ιχθυόσκαλα Καβάλας στον τομέα της εμπορίας των φρέσκων και νωπών ψαριών, την Νιτσιάκος στο μοσχαρίσιο κρέας, τον συνεταιρισμό Αμφιλοχίας με φέτα, κεφαλογραβιέρα, γραβιέρα, πεκορίνο κ.λπ. και με το Τυροκομείο Μυκόνου (προϊόντα «Δουκέσα»). Μερίδιο 10,6% της ΑΒ στην Κρήτη«Όχημα» για την ανάδειξη των τοπικών προϊόντων το δίκτυο της ΑΒ Βασιλόπουλος, που αριθμεί 15 καταστήματα, εκ των οποίων 12 είναι εταιρικά και 3 franchiseΤο κατάστημα στη Χερσόνησο Ηρακλείου, συνολικής επιφάνειας 1.140 τ.μ., που λειτουργεί από τον Απρίλιο, είναι η τελευταία προσθήκη στο χαρτοφυλάκιο της ΑΒ σε ένα σημείο έντονου τουριστικού ενδιαφέροντος, όπου έχουν πάρει θέση όλοι οι μεγάλοι παίκτες του λιανεμπορίου.Το κατάστημα στη Χερσόνησο φιλοξενεί περίπου 355-360 τοπικά προϊόντα, τα οποία προβάλλονται με ειδική σήμανση στα ράφια, με το σήμα της Κρήτης και αγγλόφωνη περιγραφή. Ας σημειωθεί ότι η ΑΒ έχει συνάψει περίπου 65 νέες συνεργασίες με παραγωγούς στην Κρήτη. τον τελευταλιο χρόνο. Σύμφωνα με τον Ανδρέα Μίτσουλα, Area Manager της ΑΒ Βασιλόπουλος, ο οποίος μαζί με τη διοικητική ομάδα της ΑΒ ξενάγησαν χθες δημοσιογράφους στο νέο κατάστημα της αλυσίδας, η γκάμα των τοπικών προϊόντων αντιστοιχεί σχεδόν στο 10-15% των προϊόντων της αλυσίδας, έχοντας ενισχύσει τις πωλήσεις τον τελευταίο χρόνο. Το μερίδιο της ΑΒ Βασιλόπουλος στην κρητική αγορά ανέρχεται σε 10,6%, με βάση τα στοιχεία της διοίκησης. Ο ανταγωνισμόςΣτη… μάχη της Κρήτης προβάδισμα διατηρεί η Σκλαβενίτης, καθώς με την εξαγορά του 60% της αλυσίδας Χαλκιαδάκης πριν 10 χρόνια διαθέτει μεγάλα ερείσματα κυρίως στην αγορά του Ηρακλείου, αλλά και στους υπόλοιπους νομούς.Αν και η Σκλαβενίτης με την ταμπέλα της διαθέτει 15 καταστήματα και σε μια πρώτη ανάγνωση η διαφορά είναι μικρή συγκριτικά με τους υπόλοιπους μεγάλους παίκτες, το δίκτυο της Χαλκιαδάκης αλλάζει τα δεδομένα. Κι αυτό γιατί η κρητική Χαλκιαδάκης που εφέτος συμπληρώνει 40 χρόνια εμπορικής δραστηριότητας στην Κρήτη και αποτελεί leader στον κλάδο της οργανωμένης λιανικής στο νησί, διαθέτοντας σήμερα δίκτυο 40 καταστημάτων σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Κρήτης, με περισσότερους από 1.600 εργαζομένους. Και η Lidl έχει αναπτύξει ισχυρό δίκτυο στην κρητική αγορά, διαθέτοντας σημαντική παρουσία σε όλο το νησί με 15 καταστήματα. Πολύ καλές επιδόσεις καταγράφει και η Διαμαντής Μασούτης στη μεγαλόνησο μετά τη στρατηγική συνεργασία με τη συνεταιριστική αλυσίδα ΣΥΝ.ΚΑ, η οποία οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου εταιρικού σχήματος με την επωνυμία «ΣΥΝ.ΚΑ Κρήτης Υπεραγορές Α.Ε.», στο οποία η βορειοελλαδίτικη αλυσίδα συμμετέχει με το 50% των μετοχών και ο συνεταιρισμός με το αντίστοιχο 50%. Τέλος, με τις εξαγορές των CRM Αριάδνη και Μαθιουδάκης και η ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός έχει «πατήσει» γερά στην Κρήτη. Πηγή: ot.gr
Ομορφιά: Η περιποίηση δέρματος κερδίζει τις Ελληνίδες – Από την The Ordinary, στη La Roche-Posay και την Cerave

Το skincare και η ομορφιά κερδίζει τις Ελληνίδες – Πρωταγωνιστές μεγάλοι όμιλοι Ρεπορτάζ: Αλεξάνδρα Παπαδημητρίου Ολοένα και μεγαλύτερο είναι το ενδιαφέρον των καταναλωτών για την ομορφιά και τη φροντίδα του δέρματος, με πρωταθλητές να αναδεικνύονται Millennials, Gen Z-ers και οι δυναμικοί νέοι καταναλωτές της Gen Alpha, που έχουν γεννηθεί από το 2010 και μετά. Όλοι κλίνουν βαθύτερα στην κατηγορία, μεγενθύνοντας μια τάση που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν οι άνθρωποι σταμάτησαν να φορούν μακιγιάζ τόσο συχνά και άρχισαν να επικεντρώνονται περισσότερο στην αυτοφροντίδα. Η δραστική αυτή μεταστροφή στα προϊόντα περιποίησης προσώπου, παρέμεινε και μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων, γεγονός που επηρέασε θετικά το skincare και ειδικότερα τα δερμοκαλλυντικά και στην ελληνική αγορά. Ενδεικτικό είναι ότι σύμφωνα με την McKinsey, οι ηλικίες 18-25 αγοράζουν τα συγκεκριμένα προϊόντα σε ποσοστό 41%, οι 26-41 σε 40%, δείχνοντας σαφή προτίμηση σε brands όπως The Ordinary, La Roche Posay και CeraVe. Το ποσοστό πέφτει στο 31% για τις ηλικίες 42-57 και 58-67, που παραμένουν πιο πιστές σε high-end προϊόντα. Επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της συγκεκριμένης αγοράς, στα 407 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035 από 184 δισεκατομμύρια το 2024, εκτιμάται ότι θα φτάσει η αγορά προϊόντων ομορφιάς και περιποίησης δέρματος, αντιπροσωπεύοντας CAGR 7,5%, κατά την περίοδο πρόβλεψης 2024-2035, σύμφωνα με τα στοιχεία της Statista. Η ανερχόμενη ομορφιά της The OrdinaryΗ Ordinary ιδρύθηκε το 2013 από τον Brandon Truaxe, έναν Καναδό επιχειρηματία με σπουδές στην επιστήμη των υπολογιστών και τη μηχανική, ως θυγατρική της Deciem, μιας μητρικής εταιρείας που ίδρυσε επίσης ο Truaxe. Η εταιρεία με έδρα το Τορόντο απέκτησε γρήγορα φανατικούς οπαδούς για τη ριζικά διαφανή προσέγγιση που ακολουθoύσε στις 10 μάρκες ομορφιάς της, η πιο δημοφιλής από τις οποίες ήταν η The Ordinary. Πολλά από τα προϊόντα της πωλούνται στη λιανική σε τιμές κάτω των 10 δολαρίων και η διείσδυσή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οδήγησε το 2017 τον όμιλο της Estée Lauder να επενδύσει στο 28%. Τέσσερα χρόνια αργότερα και ενώ είχε μεσολαβήσει η απομάκρυνση του Truaxe από τη θέση του CEO και ο απροσδόκητος θάνατος του 40χρονου τότε στελέχους, ο γαλλικός όμιλος προχώρησε στο πλειοψηφικό πακέτο και σταδιακά στην εξαγορά της μέχρι τότε μητρικής Deciem. Η άφιξη της The Ordinary στα καταστήματα Sephora αποτέλεσε το 2021 επέκταση της ήδη υπάρχουσας σχέσης των δύο εταιρειών: Η μάρκα περιποίησης δέρματος ξεκίνησε για πρώτη φορά την παρουσία της στην ιστοσελίδα της Sephora τον Δεκέμβριο του 2017. Το αποτέλεσμα όσον αφορά τους χρήστες προϊόντων περιποίησης προσώπου, ήταν το 2022 η αναγνωρισιμότητα της μάρκας The Ordinary να αγγίξει το 40% στις ΗΠΑ. Στα best seller της εταιρείας περιλαμβάνονται τα Natural Moisturizing Factors, Niacinamide 10% + Zinc 1%, Multi-Peptide + HA Serum (“Buffet”), Squalane Cleanser και Glycolic Acid 7% Exfoliating Toner, ανάμεσα σε άλλα. Ομορφιά: Η κληρονομιά της La Roche-PosayΑναγνωρισμένες ήδη από τον 17ο αιώνα, οι θερμές πηγές της πόλης La Roche-Posay προσέλκυαν το ενδιαφέρον γιατρών, βασιλέων και ερευνητών για τα ευεργετικά τους αποτελέσμα σε δερματολογικά προβλήματα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στις αρχές του 19ου αιώνα, ο στρατηγός Ναπολέων Βοναπάρτης, κατά την επιστροφή του από την Αίγυπτο, έχτισε ένα νοσοκομείο στο La Roche-Posay για τη θεραπεία των δερματικών παθήσεων των στρατιωτών του. Το 1897 η τοποθεσία αναγνωρίστηκε επίσημα από τη Γαλλική Ακαδημία Ιατρικής. Ενώ το 1905 άνοιξε το πρώτο κέντρο για την αντιμετώπιση δερματικών παθήσεων, κυρίως εκζέματος και ψωρίασης. Οι ασθενείς έρχονταν από όλο τον κόσμο για να θεραπευτούν από μια ομάδα δερματολόγων που εργαζόταν εκεί. Διατηρώντας τις ρίζες της, μετουσιώθηκε σε brand το 1975 με τη δερματολογική έρευνα να βρίσκεται στον πυρήνα της μάρκας, συνεχίζοντας μέχρι σήμερα να αντλεί ιαματικό νερό από τη γαλλική πόλη που εγχέεται για όλα τα προϊόντα της. Το 2018, ο κυρίαρχος στην ομορφιά όμιλος της L’Oréal προχώρησε στην εξαγορά πολλών νέων θυγατρικών εταιρειών καλλυντικών, ανάμεσά τους τις La Roche-Posay, Modiface και Giorgio Armani Beauty. Σήμερα, το brand έχει ως έδρα τη Νέα Υόρκη και αποτελεί ένα από τα βασικά οχήματα πώλησης δερμοκαλλυντικών του ομίλου. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε σειρές για ακμή και δερματολογικές παθήσεις, με τα ευπώλητα να είναι τα Hyalu B5 Pure Hyaluronic Acid Serum, τις σειρές Toleriane, Effaclar και Lipikar, όπως και τα αντιηλιακά Anthelios. Αναδείχθηκε η ταχύτερα αναπτυσσόμενη μάρκα περιποίησης δέρματος το 2021 και το 2022, καθώς σύμφωνα με την NielsenIQ, η μάρκα κατέλαβε την πρώτη θέση μεταξύ των 30 και 20 κορυφαίων εμπορικών σημάτων αντίστοιχα με βάση την αύξηση των πωλήσεων σε δολάρια και μονάδες (46%, 48% αντίστοιχα). Πώς έφτασε η CeraVe να γίνει premiumΗ ιστορία της CeraVe ξεκίνησε το 2005, όταν μια ομάδα δερματολόγων στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο παρατήρησαν ότι πολλές δερματικές παθήσεις, όπως η ακμή, το έκζεμα, η ψωρίαση και το ξηρό δέρμα, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: έναν αποδυναμωμένο επιδερμιδικό φραγμό. Η εταιρεία από τις ΗΠΑ ξεκίνησε να προσφέρει μια ολοκληρωμένη σειρά προϊόντων περιποίησης, που περιέχουν τρία απαραίτητα ceramides που, σε συνδυασμό με μια επαναστατική τεχνολογία σταδιακής απελευθέρωσης συστατικών, την τεχνολογία MVE, συμβάλλουν στην αποκατάσταση του επιδερμιδικού φραγμού. Τον Ιανουάριο του 2017 η L’Oréal προχώρησε σε οριστική συμφωνία με τη Valeant Pharmaceuticals International Inc. για την εξαγορά των εμπορικών σημάτων περιποίησης δέρματος CeraVe, AcneFree και Ambi έναντι 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η μετάβασή αυτή οδήγησε το brand δερμοκαλλυντικών σε μια νέα φάση ανάπτυξης, με αποτέλεσμα τα προϊόντα του είναι πλέον διαθέσιμα σε περισσότερες από 40 χώρες και συνεχίζουν τη διείσδυσή τους σε νεανικά κοινά κυρίως χάρη στο σχέδιο μάρκετινγκ της CeraVe και την παρουσίασή της στα social media. Ενδεικτικό είναι ότι το 29% των χρηστών προϊόντων περιποίησης προσώπου στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν το CeraVe. Αυτό σημαίνει ότι από το 76% που γνωρίζει τη μάρκα, το 38% τη χρησιμοποιεί. Στην Ελλάδα, τα best seller της περιλαμβάνουν τα PM Facial Moisturising Lotion, Hydrating Cleanser, Blemish Control Cleanser Gel, Eye Repair Cream, Moisturising Cream και Lotion. Πηγή: ot.gr
Βογιατζόγλου: Εισάγει νέα σειρά ηλεκτρικών εργαλείων HOJITA

Ο Όμιλος Βογιατζόγλου επεκτείνει το χαρτοφυλάκιο προϊόντων του με την ολοκληρωμένη σειρά ηλεκτρικών εργαλείων και εργαλείων χειρός HOJITA, ένα δικό του brand που στοχεύει στους επαγγελματίες, προσφέροντας εργαλεία υψηλής ποιότητας και σύγχρονου σχεδιασμού σε ανταγωνιστικές τιμές. Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, η νέα σειρά HOJITA στηρίζεται σε μια πλατφόρμα μπαταρίας 20V, η οποία είναι κοινή για ένα ευρύ οικοσύστημα που περιλαμβάνει πάνω από 300 εργαλεία μπαταρίας. Αυτή η προσέγγιση ανταγωνίζεται τις σύγχρονες απαιτήσεις στον τομέα των ηλεκτρικών εργαλείων. Αυτή η στρατηγική πρωτοβουλία του Ομίλου προήλθε από την εις βάθος κατανόηση της αγοράς τεχνικών προϊόντων και την αναγνώριση ότι, παρά την εντυπωσιακή ποικιλία μαρκών και κωδικών, η συνολική υποστήριξη των τεχνικών καταστημάτων στη χώρα παραμένει σε επίπεδο χαμηλότερο από το επιθυμητό. Ο Όμιλος Βογιατζόγλου διαθέτει τις γνώσεις, την εμπειρία, την υποδομή και την οργάνωση που απαιτούνται για να καλύψει αυτό το κενό. Με την κυκλοφορία της σειράς HOJITA, θα παρέχει υποστήριξη στα συνεργαζόμενα καταστήματα, επενδύοντας στην προβολή και την προώθηση της μάρκας στους χώρους τους, καθώς και στην εξυπηρέτηση μετά την πώληση. Για αυτόν τον σκοπό, έχει αναπτύξει μια ιδιόκτητη μονάδα Service στις εγκαταστάσεις του, στελεχωμένη με έμπειρους επαγγελματίες του κλάδου. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης με το brand HOJITA σε όλους τους τομείς, από το δίκτυο των καταστημάτων έως τους επαγγελματίες και τους τελικούς καταναλωτές. Με την εξαιρετική σχέση ποιότητας-τιμής, τη δέσμευση για τη συνεχή ανάπτυξη της σειράς προϊόντων, την επένδυση στην εμπειρία του πελάτη πριν και μετά την πώληση, καθώς και με τη γνώση και την εμπειρία που έχει αποκτηθεί από μια δυναμική πορεία που ξεπερνά τα 50 χρόνια, ο Όμιλος Βογιατζόγλου παρέχει τα εχέγγυα για την επιτυχία αυτής της νέας στρατηγικής κίνησης.